Feedback

Ηλεκτρονική Υπηρεσία Υποστήριξης μελών & φίλων

ΜΕΡΟΣ Β΄: Τομεακές Πολιτικές

ΠΑΣΟΚ - ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΑΓΗΣ

Προγραμματικά Κείμενα για την Οικονομία και την Ανάπτυξη

Είναι αποδεδειγμένο από την εμπειρική έρευνα και όπως αποδείχτηκε για ακόμη μια φορά και από την επίπτωση της πανδημίας Covid-19 στις οικονομίες παγκοσμίως, η ισχυρή δευτερογενής παραγωγή, που περιλαμβάνει τη μεταποίηση και τις κατασκευές, συμβάλει καθοριστικά τόσο στη δημιουργία μακροχρόνιων τάσεων ανάπτυξης όσο και στην υψηλότερη ανθεκτικότητα σε εξωγενείς κρίσεις των εθνικών οικονομικών.

Ο δευτερογενής τομέας στην Ελλάδα σύμφωνα με τα συγκριτικά στοιχεία της Eurostat για τα κράτη μέλη της ΕΕ1 και του ΟΟΣΑ2 για τα κράτη μέλη του κατατάσσεται διαχρονικά στις τελευταίες θέσεις στο επίπεδο της συνεισφοράς του στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του ΑΕΠ.

Ειδικότερα, την τελευταία 15ετία ενώ ο κλάδος της βιομηχανίας (που περιλαμβάνει εκτός από τη μεταποίηση, την παροχή ρεύματος και νερού και τον κλάδο των ορυχείων – λατομείων) μείωσε, έστω και λίγο, την απόκλιση του από το μέσο όρο της ΕΕ, από 7 σε 5 ποσοστιαίες μονάδες ως ποσοστό του ΑΕΠ, ο κλάδος των κατασκευών βρέθηκε, από επίπεδα κοντά στο μέσο όρο της ΕΕ, στο απόλυτο ναδίρ.

Σύμφωνα με τις έρευνα παραγωγής και πωλήσεων βιομηχανικών προϊόντων έτους 2020 της ΕΛΣΤΑΤ3 οι έξι σημαντικότεροι κλάδοι της βιομηχανίας (παραγωγή οπτάνθρακα και προϊόντων διύλισης πετρελαίου, βιομηχανία τροφίμων, παραγωγή βασικών μετάλλων, παραγωγή χημικών ουσιών και προϊόντων, κατασκευή προϊόντων από ελαστικό και πλαστικές ύλες, ποτοποιία) αντιπροσωπεύουν το 71,5% της συνολικής αξίας πωληθέντων βιομηχανικών προϊόντων το έτος 2020 με τη βιομηχανία τροφίμων και τη διύλισης πετρελαίου να αντιστοιχούν περίπου στο 50% της συνολικής βιομηχανικής παραγωγής.

Ένα πολύ μεγάλο μέρος των Εξαγωγών – Αποστολών της ελληνικής οικονομίας καταλαμβάνεται από τα πετρελαιοειδή. Ενδεικτικά σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το εμπορικό ισοζύγιο της περιόδου 2019

– 2021 αφορούσαν το 25% των εξαγωγών ενώ αντιστοιχούν περίπου το 50% των εξαγωγών προς τρίτες χώρες και το 20% των αποστολών προς χώρες της ΕΕ. 4

Πέρα από τα πετρελαιοειδή σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία5 ένα μεγάλο μέρος των βιομηχανικών αγαθών που εξάγεται αφορά το αλουμίνιο και τα φάρμακα.

Εν γένει σύμφωνα με την έρευνα «Διεθνούς εμπορίου αγαθών κατά επιχειρηματικά χαρακτηριστικά» έτους 2019 της ΕΛΣΤΑΤ το 72,4% των εξαγωγών πραγματοποιήθηκε από επιχειρήσεις του βιομηχανικού τομέα με το 94% αυτών όμως να διεξάγεται από τις 1.000 μεγαλύτερες επιχειρήσεις του τομέα. 6

Τα παραπάνω στοιχεία δημιουργούν μια εικόνα ισχνής και υπερ- συγκεντρωμένης δευτερογενούς παραγωγής και βιομηχανικής εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας

Το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής έχει διαχρονικά ως κεντρικό προγραμματικό του στόχο την αναδιάταξη του παραγωγικού υποδείγματος με έμφαση στην αύξηση της αύξησης της προστιθέμενης αξίας του δευτερογενούς τομέα παραγωγής. Για τον λόγο αυτό προτείνει μια ολοκληρωμένη βιομηχανική πολιτική ως κύρια προτεραιότητα για την αύξηση της εθνικής προστιθέμενης αξίας, καθώς και ένα σχέδιο ολοκληρωμένων έργων δικτύων το οποίο θα ενισχύσει το σκέλος των κατασκευών.

Το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής έχει προτείνει πριν από την θέσπιση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας μέτρα για την οριζόντια ενίσχυση των παραγωγικών επενδύσεων αλλά και της απασχόλησης, με στόχο την αναβάθμιση της κεφαλαιακής βάσης και των ανθρώπινου δυναμικού της ελληνικής οικονομίας

Β1.Ενίσχυση παραγωγικών επενδύσεων

Για την τόνωση της απασχόλησης έχει προταθεί η έκπτωση με αυξημένο συντελεστή ολόκληρου του εργοδοτικού κόστους για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για κάθε μια νέα θέση εργασίας που συστήνει μια επιχείρηση.

Ειδικά για τις παραγωγικές επενδύσεις προτείνουμε τρεις πολιτικές:

  • Επιταχυνόμενες αποσβέσεις επενδύσεων που έχουν σχέση με έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη.
  • Γενναία φορολογικά κίνητρα για τις συγχωνεύσεις μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και τη δημιουργία επιχειρηματικών συστάδων στον βαθμό που δεν στρεβλώνουν την εγχώρια αγορά.
  • Τη μεταρρύθμιση και αναβάθμιση των βιομηχανικών και τεχνολογικών πάρκων της χώρας με χορήγηση πολύ μεγάλων κινήτρων για μεταστέγαση μεταποιητικών επιχειρήσεων σε αυτά.

Β2. Βιομηχανική χωροθέτηση

Κλειδί για την απρόσκοπτη ίδρυση, λειτουργία και ανάπτυξη νέων ή/και την ανανέωση παλιότερων παραγωγικών επιχειρήσεων είναι η ύπαρξη οργανωμένης χωροθέτησης, όπως οι 27 Βιομηχανικές Περιοχές (ΒΙΠΕ), τα Βιοτεχνικά Πάρκα (ΒΙΟΠΑ), καθώς και τα Επιχειρηματικά Πάρκα (ΕΠΠΑ), τα οποία μπορούν να φιλοξενούν ηπιότερες παραγωγικές διαδικασίες. Διαφέρουν όμως πολύ ως προς τον βαθμό πληρότητας, εξειδίκευσης, ποιότητας και επάρκειας υποδομών, καθώς και στις δυνατότητες τεχνολογικής και ενεργειακής αναβάθμισης. Στόχοι του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής είναι:

(α)   Να   αξιολογηθούν   οι   προοπτικές   σε   κάθε   υφιστάμενη βιομηχανική χωροθέτηση (ΒΙΠΕ και ΒΙΟΠΑ), να καταγραφούν οι

ελλείψεις και οι απαραίτητες υποδομές και να χρηματοδοτηθούν τα απαιτούμενα έργα από το Ταμείο Ανάκαμψης & Ανθεκτικότητας. Μετά την εκχώρηση των Βιομηχανικών Περιοχών της ΕΤΒΑ σε ένα ιδιωτικό επενδυτικό κεφάλαιο, πρέπει να διασφαλιστεί η ανταγωνιστική λειτουργία των εγκατεστημένων επιχειρήσεων χωρίς υπέρογκες νέες επιβαρύνσεις ή πρακτικές. Στις σημερινές συνθήκες αυξημένου ενεργειακού κόστους τα μέτρα εξυγίανσης, εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης υποδομών στις υπάρχουσες βιομηχανικές περιοχές είναι απαραίτητο να ενταχθούν στις χρηματοδοτούμενες δράσεις του Ταμείου Ανάκαμψης & Ανθεκτικότητας.

(β) Σε περίπτωση έλλειψης της κατάλληλης χωροθέτησης να σχεδιαστούν νέοι χώροι σε όσες Περιφέρειες ή Περιφερειακές Ενότητες διαπιστώνεται ανάγκη δημιουργίας και εγκατάστασης νέων μονάδων.

(γ) Σε περίπτωση υπολειτουργίας μιας ΒΙΠΕ ή ΒΙΟΠΑ να γίνεται προσπάθεια συγκέντρωσης ομοειδών παραγωγικών δραστηριοτήτων, ώστε να προωθούνται συνεργασίες και καλύτερες αποδόσεις κλίμακας σε μια σειρά από δραστηριότητες (πχ μάρκετινγκ, προώθηση εξαγωγών, έρευνα, κλπ). Ιδιαίτερη σημασία έχει η συγκέντρωση επιχειρήσεων τοπικής παραγωγής και επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων σε μία ενιαία χωροθέτηση, με στόχο την ενίσχυση και προώθηση τους στις διεθνείς αγορές.

(δ) Κατασκευή υποδομών ενέργειας και εξοικονόμησης σε κάθε χωροθέτηση, ώστε να ενισχύεται η ενεργειακή αυτονομία και να μειώνεται το συνολικό κόστος παραγωγής. Ειδικά στα νησιά, προτείνεται η δημιουργία ενός ΕΠΠΑ σε κάθε περιοχή, το οποίο θα περιλαμβάνει ολοκληρωμένες υποδομές παραγωγής ενέργειας και κυκλικής οικονομίας. Επιπλέον, για να είναι ολοκληρωμένη η παρέμβαση, μείζον θέμα είναι βελτίωση του δικτύου σύνδεσης όλων των οργανωμένων υποδοχέων με τα εθνικά μεταφορικά δίκτυα και τους βασικούς τους κόμβους.

(ε) Κατασκευή ΒΙΠΕ για τις μεγάλες εκτάσεις βιομηχανικής δραστηριότητας που σήμερα είναι αδόμητες, άναρχες και συχνά καταστροφικές για την ποιότητα του Περιβάλλοντος. Κορυφαίο παράδειγμα χωροθετικής ανευθυνότητας και διαχρονικής περιβαλλοντικής βλάβης είναι η περιοχή των Οινοφύτων, η οποία πρέπει

επειγόντως να οργανωθεί σε σύγχρονη ΒΙΠΕ με όλες τις κατάλληλες υποδομές αποθήκευσης, μεταφορών και διασύνδεσης.

Στο πεδίο αυτό η Κυβέρνηση ενέταξε έργο7 με φορείς υλοποίησης τη Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας και το ΤΑΙΠΕΔ για την δημιουργία, αναβάθμιση και εξυγίανση εννέα βιομηχανικών πάρκων σε όλη την ελληνική επικράτεια ωστόσο είναι πιθανόν το έργο να ναυαγήσει ως προς την αποτελεσματικότητα του αν δεν υπάρξει σοβαρή ανταπόκριση από τον μεταποιητικό κλάδο στον οποίο απευθύνεται.

Είναι αναπάντητο γιατί η εν λόγω πρωτοβουλία δεν αφορά και τους 53 οργανωμένους υποδοχείς επιχειρήσεων που υπάρχουν σήμερα σε ολόκληρη την χώρα και ποιο είναι τα κριτήρια επιλογής των υπό αναβάθμιση πάρκων.

Το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής προτείνει μεσοπρόθεσμος στόχος να είναι η μετατροπή και των 70 περίπου Άτυπων Βιομηχανικών Συγκεντρώσεων (με έκταση μεγαλύτερη των 300 στρεμμάτων και με άθροισμα των επιφανειών κάλυψης των δομημένων γηπέδων μεγαλύτερο του 10% της συνολικής έκτασης και με συνολική έκταση άνω των 60.000 στρεμμάτων και αριθμό εγκατεστημένων επιχειρήσεων άνω των 3.000 σύμφωνα με τον ΣΕΒ), σε δομές οργανωμένων υποδοχέων όπου είναι εφικτό. 8

Οι προτάσεις αυτές πρέπει να εξειδικευτούν ακόμα περισσότερο ώστε να γίνουν πιο στοχευμένες για τον τομέα της μεταποίησης στην Ελλάδα, χωρίς να παραβιάζουν τους ευρωπαϊκούς κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων. Σε αυτό το πλαίσιο είναι σημαντικό να αυξηθεί σημαντικά η προβλεπόμενη ροή πόρων στην οργανωμένη βιομηχανική παραγωγή από το Ταμείο Ανάκαμψης, από το νέο ΕΣΠΑ και από τον νέο Αναπτυξιακό Νόμο.

Επίσης το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής υποστηρίζει ότι η αναβάθμιση και επέκταση των βιομηχανικών υποδομών δεν μπορεί να γίνει χωρίς την ενεργή συμμετοχή των ΟΤΑ και των τοπικών παραγωγικών φορέων. Γιατί είναι προφανές ότι αρκετά επιχειρηματικά πάρκα και οι φιλοξενούμενες σε αυτά επιχειρήσεις εξαρτώνται από τα τοπικά χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα η τοπική αγροτική παραγωγή καθορίζει εν πολλοίς τον τύπο της βιομηχανίας τροφίμων ή ποτοποιίας μιας περιοχής και η ύπαρξη συγκεκριμένων πρώτων υλών το είδος μιας μεταποιητικής δραστηριότητας. Το πλαίσιο συνεργασίας θα είναι δεσμευτικό για τους στόχους και τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων, καθώς και για τις υπηρεσίες που θα παρέχονται από τους ΟΤΑ.

Β3. Το στοίχημα της κυκλικής οικονομίας

Μία έμμεση παραγωγική ενίσχυση απόλυτα συμβατή με τους στόχους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας είναι οι επιδοτήσεις για την προσαρμογή σε όλες στις πλέον προηγμένες περιβαλλοντικές προδιαγραφές όλων των μεταποιητικών μονάδων της χώρας.

Στο πλαίσιο αυτό είναι ξεκάθαρο ότι στην Ελλάδα λείπει μια σοβαρή βιομηχανία ανακύκλωσης απορριμμάτων, κάτι που οδηγεί στη νοσηρή κατάσταση επιχειρήσεις εμπορίας απορριμμάτων να κερδοσκοπούν από την εξαγωγή απορριμμάτων στο εξωτερικό. Ως εκ τούτου η χώρα κατατάσσεται στις τελευταίες στην ανακύκλωση στερεών απορριμμάτων.

Η ανάπτυξη μιας υγειούς βιομηχανίας στο πεδίο προφανώς δεν μπορεί να επαφίεται μόνο στην ιδιωτική οικονομία αφού το μεγαλύτερο κομμάτι των απορριμμάτων (οικιακών, βιομηχανικών, υγειονομικών, οικοδομικών, αγροτικών καθώς και βιομάζας) ήδη βρίσκεται στη διαχείριση του Κράτους ενώ το αντικείμενο έχει μεγάλο αριθμό περιβαλλοντικών κανόνων που οφείλουν να τηρούνται.

Η χωροθέτηση, η αδειοδότηση, η ζεύξη επενδύσεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα ίσως αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα βιομηχανικά στοιχήματα της χώρας τα επόμενα χρόνια.

Σημειώνεται ότι σε επίπεδο ευρωπαϊκό επίπεδο η κυκλική οικονομία υπολογίζεται ότι καταλαμβάνει το 1% (με στοιχεία του 2017) 9 ενώ υπάρχουν μελέτες που καταδεικνύουν ότι η επένδυση στην κυκλική οικονομία θα μπορούσε να οδηγήσει αύξηση πολλών ποσοστιαίων μονάδων στο ΑΕΠ.

Β4. Αναβάθμιση της αμυντικής και ναυπηγικής βιομηχανίας

Το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής στήριξε τις συμφωνίες για την αγορά των αεροπλάνων Rafale και των φρεγατών Belharra, καθώς και την Ελληνογαλλική Αμυντική Συμφωνία, για να έχουμε όλα τα μέσα περιφρούρησης των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.

Δεν μένει όμως μόνο σε αυτό. Μέσα από το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό κόμμα πιέζει για την ωρίμανση μιας κοινής αμυντικής πολιτικής στην ΕΕ και προστάσει συνεχώς την άποψη ότι είναι αδιανόητο την ίδια ώρα που η Ελλάδα έχει τον υψηλότερο αμυντικό προϋπολογισμό ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ένωση, άλλα ευρωπαϊκά κράτη να συνεχίζουν να εξοπλίζουν την Τουρκία που απειλεί κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας.

Μάλιστα οι παραπάνω αγορές ξαναέβαλαν τη χώρα μας στην πρώτη θέση ανάμεσα και σε όλες τις χώρες του ΝΑΤΟ10 σε αμυντικές δαπάνες οι οποίες το 2021 άγγιξαν το 3,82% του ΑΕΠ με τις δαπάνες για πολεμικούς εξοπλισμούς να αγγίζουν το 38,3% του συνόλου.

Στο πεδίο αυτό δεν πρέπει όμως να επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος δεδομένης και της νέας γεωπολιτικής εποχής που ξεκίνησε με τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Η χώρα οφείλει όχι μόνο να αγοράζει στρατιωτικό εξοπλισμό, αλλά και να παράγει, ώστε να δημιουργήσουμε προστιθέμενη αξία τόσο για την οικονομία μας, όσο και για τις ένοπλες δυνάμεις.

Σε αυτό το πεδίο υπάρχουν δυο βασικά πεδία και συγκεκριμένοι εγχώριοι παίκτες που πρέπει να ενεργοποιηθούν.

Στο πρώτο πεδίο που αφορά τους εξοπλισμούς τους στρατού ξηράς και της αεροπορίας πρέπει να υπάρξει μια τεράστια σύμπραξη ανάμεσα 2 κρατικές βιομηχανίες ΕΑΒ (Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία) και ΕΑΣ (Ελληνικά Αμυντικά συστήματα) και τους Έλληνες κατασκευαστές αμυντικού υλικού. Αυτό όμως προϋποθέτει και την εξυγίανση του συστήματος προμηθειών.

Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας οφείλει να οργανώσει μια εγχώρια αμυντική βιομηχανία που ως κεντρικό σκοπό της θα έχει την κλιμακωτή αύξηση της εγχώριας παραγωγής για τους αναγκαίους εξοπλισμούς, με τις μορφές της συμπαραγωγής και της συμμετοχής στην συντήρηση και υποστήριξη των οπλικών συστημάτων.

Παράλληλα πρέπει να προωθηθούν συμπράξεις είτε σε διεθνή, είτε όταν υπάρχουν ώριμες συνθήκες σε αμιγώς εθνικά προγράμματα, έρευνας και ανάπτυξης νέων αμυντικών συστημάτων.

Φυσικά στο πεδίο αυτό πρέπει να αποφύγουμε τα λάθη με αντισταθμιστικά και μεσάζοντες , αλλά να προχωρήσουμε σε διαφανείς συνεργασίες που θα τονώνουν τους εγχώριες επενδύσεις και θα προσελκύουν αντίστοιχες από το εξωτερικό. Προφανώς στο πεδίο αυτά κρίσιμος είναι ο αναβαθμισμένος ρόλος των Γενικών Επιτελείων στο σχεδιασμό των απαιτούμενων εξοπλισμών με βάση τις επιχειρησιακές ανάγκες.

Το άλλο συναφές πεδίο της αμυντικής βιομηχανίας είναι η ναυπηγική δραστηριότητα. Σε αυτό το επίπεδο επίσης στο παρελθόν έγιναν λάθη επιλογών τα οποία οδήγησαν τα μεγάλα ναυπηγεία της χώρας σε οριακή κατάσταση, λόγω και των ανοικτών υποθέσεων κρατικών ενισχύσεων που θεωρήθηκαν ότι δόθηκαν παρατύπως.

Στην παρούσα φάση βρίσκεται σε εξέλιξη η πώληση των περιουσιακών στοιχείων στα Ναυπηγεία του Σκαραμαγκά και της Ελευσίνας.

Η Κυβέρνηση δυστυχώς και σε αυτήν την περίπτωση έχει επιλέξει να στηρίξει τις ελπίδες της για αναβίωση των επιχειρήσεων στις προθέσεις μεμονωμένων επιχειρηματιών και στις προϋποθέσεις που θέτουν αυτοί για να προχωρήσουν σε επενδύσεις.

Η λύση αυτή ήδη φαίνεται ότι είναι αλυσιτελής, τουλάχιστον για την αναβίωση με δραστικό τρόπο της ναυπηγικής βιομηχανίας στη χώρα. Το γεγονός ότι δεν επιδίωξε το δρόμο της συμπαραγωγής από την ναυπηγική βιομηχανία στην Ελλάδα ένα μέρος από τις νέες παραγγελίες του πολεμικού ναυτικού ίσως αποδειχτεί και η ταφόπλακα των ναυπηγείων.

Στο πεδίο αυτό χρειάζονται τολμηρές πολιτικές λύσεις. Και καταλυτικός παίκτης αυτών των λύσεων μπορεί να είναι ένας εγχώριος παίκτης υψηλής διεθνούς παρουσίας αλλά μικρής εγχώριας προστιθέμενης αξίας προς το παρόν. Ο εθνικός κλάδος της ποντοπόρου ναυτιλίας.

Γύρω από τα ελληνικά ναυπηγεία μπορεί να χτιστεί μια τεράστια σύμπραξη ανάμεσα στο Ελληνικό Δημόσιο μέσα από το Ελληνικό Ναυτικό, τους έλληνες ιδιοκτήτες ποντοπόρων πλοίων ανεξάρτητα από το που είναι η έδρα τους (και τα έμπειρα στελέχη των επιχειρήσεων τους που αυτή εμπλέκονται ενεργά στην κατασκευή πλοίων στην Κίνα, την Κορέα κλπ) και φυσικά τους εργαζόμενους των ναυπηγείων που έως σήμερα τα κρατάνε ανοικτά μέσα από τα εναπομείναντα προγράμματα του Πολεμικού Ναυτικού.

Τα ναυπηγεία θα μπορέσουν μέσα από αλληλοσυμπληρούμενα στρατιωτικά και εμπορικά σκέλη να εξυπηρετούν τόσο τις ανάγκες του ελληνικού πολεμικού ναυτικού όσο και τις ανάγκες του ελληνόκτητου στόλου

Για όλα αυτά τα ζητήματα η Κυβέρνηση έχει ένα νέο πολιτικό παράθυρο που ανοίγει η νέα έκτακτη γεωπολιτική κατάσταση. Πρέπει να προχωρήσει με αποφασιστικότητα και να κλείσει όλες τις εκκρεμότητες σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις και να εξασφαλίσει και την ευρωπαϊκή υποστήριξη στο εγχείρημα αυτό.

Αν αναλογιστεί κανείς πόσες διεθνείς διαταραχές, εσωτερικές πιέσεις και αλλαγές πλαισίου υπέστη το τραπεζικό σύστημα σε πολλές χώρες – αλλά και με ιδιαίτερη ένταση στην Ελλάδα – εδώ και 15 χρόνια, καταλαβαίνει πόση λίγη αξία έχει να στηρίζεται απλώς κανείς σε μια ευνοϊκή συγκυρία για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του. Καθώς τα προηγούμενα χρόνια η ελληνική οικονομία συνολικά δοκιμαζόταν από αλλεπάλληλα κύματα πιθανής χρεοκοπίας, βαθιάς ύφεσης, της απειλής του Grexit, της πανδημίας και τώρα της πολεμικής σύρραξης στην Ουκρανία, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα υπέστη και αυτό μεγάλους κραδασμούς, χωρίς όμως τελικά να καταρρεύσει.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ πολλές μορφές αποθεματοποίησης πλούτου και επενδύσεων, όπως μετοχές, κρατικά ομόλογα αλλά και φυσικά περιουσιακά στοιχεία υπέστησαν μεγάλη απαξίωση, οι τραπεζικές καταθέσεις άντεξαν και μάλιστα διατηρώντας την αγοραστική τους δύναμη. Παρά τον καταρράκτη επικρίσεων και αφορισμών που επέπεσε επί δικαίων και αδίκων όλη εκείνη την περίοδο, οι ελληνικές τράπεζες κατάφεραν όχι μόνο να επιβιώσουν αλλά και σε σημαντικό βαθμό να προσαρμοστούν στις εξελίξεις – παρά τις ασυνήθιστες δυσκολίες.

Μετά από μια σειρά μετασχηματισμών και προσαρμογών, σήμερα αποτελούν τους μοναδικούς μηχανισμούς χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας στην προσπάθεια μετασχηματισμού της σε κατευθύνσεις περιβαλλοντικά φιλικότερες, ψηφιακά καινοτόμες, εμπορικά ανταγωνιστικές και κοινωνικά χρήσιμες. Για να γίνει όμως αυτό αποτελεσματικά, υπάρχουν οι εξής τέσσερις προϋποθέσεις: ρευστότητα, εξυγίανση, δικτύωση, εποπτεία.

Γ1.Ρευστότητα

Η εξέλιξη της ρευστότητας των τραπεζών βαίνει θετικά τα τελευταία δύο χρόνια, για λόγους όμως που δεν σχετίζονται πάντα με μία ανάλογη βελτίωση του οικονομικού κλίματος. Για παράδειγμα, το 2020 οι καταθέσεις επιχειρήσεων και νοικοκυριών αυξήθηκαν σχεδόν κατά 20 δισεκ. Ευρώ, ενώ η δραστηριότητα μειώθηκε κατά -9%.

Το ίδιο παρατηρείται και στις συγκρίσεις μακρύτερων περιόδων: Τον περασμένο Ιανουάριο 2022 σημειώθηκε περαιτέρω αύξηση των

καταθέσεων στα 186 δισεκ. Ευρώ. Στο επίπεδο αυτό ήταν και στις αρχές του 2011, πριν δηλαδή αρχίσει η μεγάλη απόσυρση εξαιτίας της αβεβαιότητας του PSI και του ενδεχόμενου Grexit. Και πάλι όμως μπορεί κανείς να δει ότι η δραστηριότητα σήμερα παραμένει περίπου -20% χαμηλότερη από την αντίστοιχη του 2011.

Αιτία είναι ότι στο μεγαλύτερο μέρος τους η αύξηση των καταθέσεων προέρχεται από τις μαζικές δημοσιονομικές ενισχύσεις (αλλά και τις ποικίλες αναστολές υποχρεώσεων) που δόθηκαν για την αντιμετώπιση της οικονομικής απραξίας που προκάλεσε η πανδημία, ενώ για τους ίδιους λόγους είχε υποχωρήσει αισθητά η ζήτηση δανείων από τις επιχειρήσεις.

Ελπίζει κανείς ότι η επάρκεια ρευστότητας θα συνεχιστεί τα προσεχή χρόνια για τους σωστούς αυτή την φορά λόγους. Δηλαδή, από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης με τους οποίους θα χρηματοδοτηθούν οι επενδύσεις Πράσινης και Ψηφιακής Μετάβασης για να οδηγήσουν την ελληνική οικονομία σε μια μόνιμη επανευθυγράμμιση υψηλότερης και βιώσιμης ανάπτυξης. Χρειάζεται όμως να προσέξουμε δύο σημεία:

Ένα, την διάχυση επαρκών πόρων σε όλο το φάσμα μεγέθους των επιχειρήσεων. Αυτό συχνά χρειάζεται ειδική μέριμνα για τις μικρές που πιθανόν να δοκιμάστηκαν περισσότερο στην πανδημία και γνώρισαν την αποκοπή τους από την εφοδιαστική αλυσίδα. Από την άλλη πρέπει να ενθαρρυνθούν από τις ίδιες τις τράπεζες να συμμετάσχουν σε συστάδες (clusters), εξαγορές και συγχωνεύσεις που θα τους δώσουν περισσότερα πλεονεκτήματα και αντοχή στον διεθνή ανταγωνισμό.

Δύο, την αυστηρή αξιολόγηση των υποψήφιων επενδυτικών σχημάτων με κριτήρια την ανταγωνιστικότητα, τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις και την δημιουργία Εγχώριας Προστιθέμενης Αξίας. Μόνο με την ενίσχυση της ελληνικής παραγωγής, θα αυξήσουμε την αντοχή της οικονομίας σε μελλοντικούς διεθνείς κλυδωνισμούς. Τόσο στην πανδημία, όσο και τώρα στον πόλεμο, οι οικονομίες που βασιζόταν υπερβολικά σε ξένες εισροές – αντί για εσωτερικές πηγές – υπέστησαν δραματική καθίζηση και αυτό στέρεψε τις χρηματορροές προς το εγχώριο τραπεζικό σύστημα.

Γ2. Εξυγίανση χαρτοφυλακίου

Είναι γεγονός ότι έχουν περιοριστεί σημαντικά οι μη-εξυπηρετούμενες απαιτήσεις των συστημικών τραπεζών. Κατά την διάρκεια του 2021 τα Μη-εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) περιορίστηκαν στο 20% του συνόλου

από 30% στο τέλος του 2020 – αν και πάλι η αναλογία τους παραμένει δεκαπλάσια από την μέση τιμή της Ευρωζώνης. Ακόμα πρέπει να επισημανθεί ότι πολλά από τα μη-εξυπηρετούμενα αφορούν στον τομέα των υπηρεσιών, με εξαιρετικά αμφίβολη την πιθανότητα ρυθμίσεων ή ανάκτησης.

Είναι επίσης δηλωτικό της αποφυγής οριστικών και ξεκάθαρων λύσεων η πολιτική που συνιστά κάθε τόσο η κυβέρνηση (όπως και οι προηγούμενες βέβαια) προς τις τράπεζες να επιμένουν ή να αναβάλουν πλειστηριασμούς ανάλογα με την οικονομική συγκυρία και το πολιτικό κλίμα. Σε πρακτικό επίπεδο, αυτή η πολιτική ακορντεόν ωφελεί φυσικά τους συστηματικούς

«μπαταχτσήδες» εις βάρος των συμμορφούμενων, δημιουργώντας όλο και περισσότερους θύλακες εκμετάλλευσης του συστήματος.

Η μεγάλη πρόκληση όμως βρίσκεται μπροστά μας με την εκταμίευση των πόρων του Ταμείου Ανθεκτικότητας & Ανάκαμψης (ΤΑΑ). Η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει ένα σχήμα 20%-30%-50% για τα ποσοστά χρηματοδότησης μιας επένδυσης που θα κάνει η επιχείρηση, η τράπεζα και το Ταμείο αντιστοίχως. Το Ταμείο μάλιστα θα καταβάλλει τους πόρους με βάση την αξιολόγηση της τράπεζας χωρίς άλλη παρέμβαση. Οι αναλογίες αυτές είναι εντυπωσιακά γενναιόδωρες, και είναι πιθανό να οδηγήσουν σε υπερχρηματοδότηση συγκεκριμένων επενδύσεων, πρακτικά απαλλάσσοντας τον επενδυτή από την ανάγκη καταβολής ενός εύλογου ποσού.

Ένα κρίσιμο ζήτημα για να μειωθεί το υπερβολικό «μπούκωμα» μιας ομάδας ευνοούμενων επενδυτών, είναι αν οι αξιολογήσεις λαμβάνουν υπόψη τους την συμπεριφορά των επιχειρήσεων – και ιδίως των επιχειρηματιών – στην προγενέστερη φάση που εκτινάχθηκαν τα ΜΕΔ. Πιστεύουμε ότι πρέπει να υπάρξουν «σινικά τείχη» ανάμεσα σε επιχειρήσεις που απέτυχαν και προκάλεσαν βραχυκύκλωμα στο τραπεζικό σύστημα με τα ΜΕΔ και αυτές που τώρα θα βρεθούν επιλέξιμες να λάβουν και να διαχειριστούν μεγάλα ποσά από το ΤΑΑ. Ένας μηχανισμός εντοπισμού των προβληματικών επιχειρήσεων θα ήταν μέσω του συστήματος Λευκός Τειρεσίας που άρχισε να δημιουργείται το 2018 αλλά δεν ολοκληρώθηκε ούτε τέθηκε μέχρι σήμερα σε εφαρμογή.

Γ3.Δικτύωση

Οι ελληνικές τράπεζες πρέπει να βρίσκονται εκεί που υπάρχουν προοπτικές ανάπτυξης. Μετά την πανδημία και ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο

στην Ουκρανία, είναι πιθανό η προγενέστερη τάση της παγκοσμιοποίησης να ανακοπεί και η δραστηριότητα να συγκεντρωθεί σε γεωγραφικές περιφέρειες. Μία από αυτές είναι η περιοχή των Βαλκανίων, όπου ανήκουν χώρες ήδη μέλη της ΕΕ καθώς και χώρες που αγωνιούν να μπουν στην ΕΕ με το λεγόμενο σχήμα ένταξης των Δυτικών Βαλκανίων. Και πλέον οι λόγοι δεν είναι μόνο οικονομικοί, όπως όλοι αντιλαμβανόμαστε. Στην διαδικασία αυτή οι ελληνικές τράπεζες θα μπορούσαν να παίξουν σημαντικό ρόλο, πλην όμως έχουν αποδεκατιστεί!

Από την δεκαετία του 1990, οι ελληνικές τράπεζες είχαν αναπτύξει εκτεταμένη παρουσία στην περιοχή των Βαλκανίων. Στην κορύφωση, είχαν παρουσία σε 16 χώρες, ένα δίκτυο 3.500 καταστημάτων και 50.000 εργαζομένους. Οι ελληνικές τράπεζες υποστήριζαν τις δραστηριότητες πολλών ελληνικών επιχειρήσεων στην περιοχή των Βαλκανίων, συμμετείχαν πρωταγωνιστικά στις αποκρατικοποιήσεις πολλών κρατικών ομίλων και προχωρούσαν σε εξαγορές και συγχωνεύσεις με τοπικά πιστωτικά ιδρύματα. Η πιο θεαματική στιγμή ήταν το 2006 όταν εξαγόρασαν επτά πιστωτικά ιδρύματα έναντι 3 δισεκ. Ευρώ. Μετά το 2009, άρχισε όμως η αντίστροφη πορεία.

Προφανώς η αναδιάρθρωση των ελληνικών τραπεζών σύμφωνα με τις προβλέψεις των Μνημονίων θα έπρεπε να περιλαμβάνει και μία αναλογική προσαρμογή της παρουσίας τους στο εξωτερικό. Η αίσθηση όμως που συχνά επικρατεί είναι ότι με μοχλό την ανακεφαλαιοποίηση, η πίεση που ασκήθηκε από τους πιστωτές υπερέβη τις καλές πρακτικές και οδήγησε στην έκλειψη του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από ένα ζωτικό χώρο. Σήμερα διατηρούνται μόνο 12 θυγατρικές με λιγότερους από 10.000 εργαζομένους.

Είναι αδήριτη ανάγκη για τις ελληνικές τράπεζες να ξαναβρούν τον μίτο της παρουσίας και δράσης τους στον χώρο των Βαλκανίων και της ΝΑ Ευρώπης γενικότερα. Για μεν τις χώρες που σήμερα ανήκουν στην ΕΕ, οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να συμμετέχουν σε πολλά επενδυτικά πρότζεκτ του ΤΑΑ, ιδιαίτερα σε όσα θα μπορούσαν να έχουν διασυνοριακό χαρακτήρα. Παράδειγμα, η χρηματοδότηση δικτύων και υποδομών στον τομέα της ενέργειας, των μεταφορών, logistics, κλπ. Τέτοιες πρωτοβουλίες θα τις εντάξουν φυσιολογικά στην λεγόμενη

«Συμμαχία του Νότου» μαζί με τα άλλα κράτη της ΕΕ που σήμερα προσπαθούν να διαμορφώσουν πιο ανταγωνιστικές οικονομίες και να γεφυρώσουν τις μεγάλες ανισότητες με τον Βορρά.

Με τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων που δεν έχουν ακόμα ενταχθεί στην ΕΕ, οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά στην ενταξιακή τους διαδικασία και να αξιοποιήσουν το κεφάλαιο τεχνογνωσίας που έχει συσσωρευτεί από την Τράπεζα Ανάπτυξης & Επενδύσεων της Μαύρης Θάλασσας.

Γ4. Εποπτεία

Στο ζήτημα της εποπτείας πιστεύουμε ότι ήλθε ο καιρός οι ελληνικές τράπεζες να αντιμετωπίζονται με παρόμοια θεσμικά εργαλεία όπως και στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης. Όταν ξέσπασε η κρίση χρέους το 2010 και οι ελληνικές τράπεζες έπρεπε να ανακεφαλαιοποιηθούν και να αναδιαρθρωθούν, η τεχνογνωσία που εκόμισε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ήταν καταλυτική και κάλυψε την απουσία αντίστοιχων μηχανισμών στην Ευρωζώνη.

Έκτοτε όμως έχουν σημειωθεί σημαντικά βήματα στην τραπεζική εποπτεία, τόσο με τον SSM όσο και με τις πολιτικές της ΕΚΤ. Σε τέτοιες συνθήκες, πρέπει σύντομα να διαμορφωθεί μία στρατηγική εξόδου του ΤΧΣ από τον ρόλο εποπτείας των τραπεζών και η τεχνογνωσία να απορροφηθεί από τους άλλους θεσμούς που έχουν πλέον καθιερωθεί. Το επενδυτικό χαρτοφυλάκιο μπορεί να διατηρηθεί αυτοτελώς ή να υπαχθεί στο Υπουργείο Οικονομικών και σταδιακά να διατεθεί στην αγορά όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν.

Μαζί με την στρατηγική εξόδου, πρέπει το τραπεζικό σύστημα να απαλλαγεί πλέον από την καχυποψία ή/και την προκατάληψη που οδήγησαν σε αποκλεισμό στελεχών από τις διοικήσεις με κριτήρια που σχετίζονται όχι με την καταλληλότητα τους αλλά την εθνικότητα. Στις νέες συνθήκες που έχουμε μπροστά μας, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα μπορεί να ανταπεξέλθει με επάρκεια αλλά πρέπει να αφεθεί να δείξει τις δυνάμεις του.

Γ5. Κεφαλαιαγορά και Υπερταμείο

Μια παράλληλη ζωτική λειτουργία του τραπεζικού συστήματος είναι η ενθάρρυνση των επιχειρήσεων να υιοθετούν σύγχρονα εργαλεία άντλησης κεφαλαίων από την ελληνική και τις διεθνείς αγορές. Η διαδικασία αυτή θα οδηγήσει σε μια ουσιαστική ανάπτυξη της εγχώριας κεφαλαιαγοράς που μετά θα ενισχύσει με νέα κεφάλαια το τραπεζικό σύστημα και τις

επιχειρήσεις. Θα ενισχύσει επίσης το κεφαλαιοποιητικό σύστημα επικουρικής ασφάλισης με επιλογές εσωτερικού προσανατολισμού, με αποτέλεσμα την αύξηση των εγχωρίων επενδύσεων αλλά και την αποφυγή διοχέτευσης των κεφαλαίων προς επένδυση στο εξωτερικό.

Κρίσιμο ρόλο στην δραστηριοποίηση επενδύσεων και την ανάπτυξη της κεφαλαιαγοράς μπορεί επίσης να παίξει και το λεγόμενο «Υπερταμείο», το οποίο σήμερα κατέχει τόσο τις μετοχές του ΤΧΣ όσο και των υπόλοιπων ΔΕΚΟ, ως απαίτηση σε βάρος της ελληνικής κυβέρνησης μετά το Δημοψήφισμα τον Ιούλιο 2015. Ο χαρακτήρας του και οι όροι λειτουργίας είναι πρωτοφανείς για μια ευρωπαϊκή οικονομία του 21ου αιώνα και δείχνει την παθογένεια που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει κεντρικές οικονομικές δομές στην χώρα μας παρά την τυπική λήξη των Μνημονίων. Πιστεύουμε ότι όπως και για το ΤΧΣ, ανάλογη διαδικασία απεμπλοκής από την ιδιοκτησία και τον έλεγχο των ξένων πιστωτών πρέπει να εφαρμοστεί και στο Υπερταμείο.

Για την διοίκηση του, ισχύουν ακριβώς όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω για το καθεστώς επιλογής ξένων στις τράπεζες και είναι πλέον καιρός να εφαρμοστούν επιτέλους ανοικτές αξιοκρατικές διαδικασίες. Αφού επανέλθει σε εθνικό έλεγχο, το Υπερταμείο πρέπει να εξελιχθεί σε ένα φορέα τριμερούς αποστολής για την χρηματοδότηση μακροχρόνιων επενδύσεων, συστηματικής αποπληρωμής μέρους του δημόσιου χρέους και μελλοντικής στήριξης του ασφαλιστικού συστήματος για την Νέα Γενιά.

Γ6. Ένα εθνικό πρόγραμμα χρηματοδότηση της καινοτομίας

Πέρα από την προτεινόμενη πολιτική για την δευτερογενή παραγωγή, που περιλαμβάνει τη μεταποίηση και τις κατασκευές, απαιτείται και μια τολμηρή κρατική πολιτική ουσιαστικής συγχρηματοδότησης της επιχειρηματικής καινοτομίας από το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Και αυτό γιατί όπως καταγράφει και η Έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη οι επιδόσεις της χώρας σε όρους καινοτομίας ιδιαίτερα χαμηλές. Η Ελλάδα υστερεί στον Ευρωπαϊκό Δείκτη Καινοτομίας, με επίδοση ίση με το 75% του μέσου όρου στην ΕΕ. Η μεγαλύτερη υστέρηση ανάμεσα στις επιμέρους κατηγορίες του δείκτη καταγράφεται στις δαπάνες για επενδύσεις τύπου venture capital (16% του μέσου όρου της ΕΕ), στα άυλα

περιουσιακά στοιχεία (36% του μ.ό. της ΕΕ) και στις δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη (research and development) στον επιχειρηματικό τομέα (39,3% του μ.ό. της ΕΕ). Μόλις το 14,3% των εργαζομένων στη μεταποίηση στην Ελλάδα απασχολείται σε μεταποιητικούς κλάδους υψηλής τεχνολογίας, έναντι 37,5% στην ΕΕ.

Στόχος αυτής της πολιτικής είναι να δημιουργήσουμε ένα επιχειρηματικό οικοσύστημα υψηλής τεχνολογίας. Δηλαδή σε ένα δίκτυο εταιρικών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των πελατών, των ανταγωνιστών και των κρατικών φορέων που συμβάλουν στην παροχή ενός προϊόντος ή υπηρεσίας μέσω του ανταγωνισμού και της συνεργασίας.

Το πιο γνωστό και πετυχημένο οικοσύστημα παγκοσμίως είναι αυτό της Silicon Valley. Ωστόσο υπάρχει ένα άλλο πιο κοντινό και συμβατό παράδειγμα προς μίμηση στο επίπεδο της καινοτομίας και αυτό είναι του Ισραήλ μιας χώρας με ΑΕΠ και πληθυσμό συγκρίσιμα με της Ελλάδας.

Το Ισραήλ έχει καταφέρει να φτιάξει ένα οικοσύστημα περίπου 3000 επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας οι οποίες έχουν πρωταγωνιστήσει σε παγκόσμιο επίπεδο με πατέντες ευρεσιτεχνίας όπως το πρώτο πρόγραμμα ανταλλαγής μηνυμάτων (instant messaging) που αποτέλεσε πρόδρομο των social media, της μνήμης φλας (flash memory), του πρώτου ψηφιακού εκτυπωτή, των πρώτων μορφών τεχνολογίας για αυτοκινούμενα οχήματα κλπ.

Οι τέσσερις πυλώνες αυτής της επιτυχίας υπήρξαν η συμβολή των Ισραηλινών ακαδημαϊκών και ερευνητικών προγραμμάτων, το υψηλό πνεύμα επιχειρηματικότητας, η προσέλκυση του μεγαλύτερου ποσοστού ως ποσοστό του ΑΕΠ σε επενδύσεις από venture capitals ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ και η στιβαρή κρατική υποστήριξη της εμπορικής έρευνας και ανάπτυξης.

Σημειώνεται ότι με βάση τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για το έτος 2020 η ακαθάριστη εγχώρια δαπάνη για έρευνα και ανάπτυξη στο Ισραήλ αντιστοιχεί στο 5,4% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ ήταν 2,7% και της Ελλάδας ήταν 1,5% παρά την σταδιακή αύξηση τους την τελευταία δεκαετία.

Θεωρητικά σε αυτό το ζήτημα υπάρχει ένα μεγάλο αλλά όχι ανυπέρβλητο πρόβλημα: Η χρηματοδότηση έργων καινοτομίας μέσα από start-ups αλλά και τις ήδη υφιστάμενες επιχειρηματικές δομές προϋποθέτει μεγάλη

αύξηση των δημόσιων και ιδιωτικών δαπανών για την έρευνα και την ανάπτυξη.

Ωστόσο είναι δεδομένο ότι μόνο ένα μικρό μέρος της χρηματοδότησης και της έρευνας καταλήγει σε κερδοφόρα αποτελέσματα. Ενδεικτικά, στο Ισραήλ βάσει της επεξεργασίας των στοιχείων μιας δεκαπενταετίας (1999- 2014) από 10.190 start ups επιτυχημένες χαρακτηρίστηκαν μόλις το 5%.

Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό δημόσιο πρέπει να συμβάλει σε μια προσπάθεια που μπορεί να «καίει» το 95% των επενδυμένων δημόσιων και ιδιωτικών πόρων με τη προσδοκία ότι το 5% θα αποφέρει προστιθέμενη αξία που θα αντισταθμίσει τη δαπάνη και θα αποφέρει οφέλη.

Το κόστος για έρευνα και ανάπτυξη δεδομένης της αβέβαιης έκβασης του μπορεί να είναι πολιτικά δύσκολο να προωθηθεί σε μια χώρα με πιο παραδοσιακές και παρωχημένες μορφές στήριξης της επιχειρηματικότητας.

Όμως είναι ένας στόχος που πρέπει να επιτευχθεί. Αλλά αποτελεί μια ύστατη ευκαιρία για τη χώρα να μη χάσει το τρένο της 4ης βιομηχανικής επανάστασης με συντριπτικές συνέπειες για την γωο-οικονομική θέση της.

Το πρώτο σκαλοπάτι για να επιτευχθεί είναι να επιτευχθούν τα ποσοστά επενδύσεων των χωρών του ΟΟΣΑ. Αυτό σημαίνει ότι τα περίπου 2,5 δισεκ. ευρώ που δαπανήθηκαν το 2020 το ποσό θα πρέπει την επόμενη πενταετία να διπλασιαστεί.

Για τα 2,5 δισεκ. ευρώ που λείπουν ετησίως πρέπει να υπολογίσουμε μια αναλογία 40% δημόσιου χρήματος που θα προσελκύει 60% από τον ιδιωτικό., τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια.

Στην ουσία η χώρα θα πρέπει να κατευθύνει 1 δισεκ. ευρώ πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το ΕΣΠΑ και τους Εθνικούς πόρους προς την κατεύθυνση αυτή.

Ωστόσο η συνταγή αυτή για να πετύχει πρέπει να λάβει υπόψη ότι η έρευνα θα πρέπει να χρηματοδοτείται όταν υπάρχει αντίστοιχο ενδιαφέρον και για συγχρηματοδότηση από τον ιδιωτικό τομέα, όπου η κρατική χρηματοδότηση υπό πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις μπορούσε να φτάσει στο 50% των πόρων αλλά όχι πάνω από αυτό.

Για το λόγο αυτό απαιτείται το δημόσιο να χτίσει μια πλατφόρμα ζεύξης και συγχρηματοδότησης με δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους τόσο για start ups όσο και για υφιστάμενες εταιρείες που επιδιώκουν να προωθήσουν την καινοτομία τους μέσα από προγράμματα έρευνας και ανάπτυξης είτε αυτά εκτελούνται αποκλειστικά από τις ίδιες είτε σε συνεργασία με ερευνητικά ιδρύματα. Στόχος είναι το δημόσιο με πόρους κυρίως από το Ταμείο Ανάκαμψης που θα λειτουργούν συμπληρωματικά με πόρους από κλασσική τραπεζική χρηματοδότηση, από venture capitals ή business angels ή ακόμα και crowdfunding να χρηματοδοτήσει την έρευνα αυτή με αντίτιμο τη συμμετοχή στη μελλοντική κερδοφορία της έρευνας αυτής.

Η πλατφόρμα αυτή θα δίνει τη δυνατότητα στους διαθέσιμους επενδυτές όσο και στο δημόσια να συμμετέχουν με δυναμικό τρόπο στη συνδιαμόρφωση χρηματοδοτικού μίγματος για τη χρηματοδότηση της έρευνας καθώς και το μεσοπρόθεσμο χρονοδιάγραμμα της βασισμένο στο σχετικό business plan είτε της start up επιχείρησης είτε της υφιστάμενης επιχείρησης που επιδιώκει να ξεκινήσει είναι να επεκτείνει υφιστάμενο πρόγραμμα έρευνας και ανάπτυξης.

Οι δημόσιοι πόροι θα μπορούσαν να προέλθουν ακόμα και αποκλειστικά από το σκέλος των δανεικών πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας τους οποίους η Κυβέρνηση κατευθύνει προς τον ιδιωτικό τομέα μόνο μέσα από το τραπεζικό σύστημα αλλά με εντελώς αδιαφανή κριτήρια.

Τέλος σε ένα τέτοιο πρόγραμμα θα μπορούσαν να υπάρξουν ειδικές ρήτρες για αυξημένη δημόσια χρηματοδότηση όταν η χρηματοδοτούμενη έρευνα συνδυάζεται με επαναπατρισμό επιστημόνων και επαγγελματιών από το εξωτερικό.

Δ1. Ιστορική πορεία

Πριν από 200 χρόνια που έγινε η Επανάσταση του 1821, στόχος ήταν να μεγαλώσει όχι μόνο η έκταση του νέου κράτους με την απελευθέρωση της ιστορικής ελληνικής επικράτειας, αλλά και ο πληθυσμός του που θα ζούσε πλέον ελεύθερα και καλύτερα από το καθεστώς της οθωμανικής δουλείας. Για τον λόγο αυτό άλλωστε η άνοδος του πληθυσμού ήταν διαρκής και εντονότερη από τις κατά καιρούς εδαφικές επεκτάσεις που λάβαιναν χώρα έπειτα από πολεμικές νίκες ή παραχωρήσεις

Η τελευταία άνοδος (1995-2009) και πτώση (2010-σήμερα) του πληθυσμού. Πηγή: Ameco, Eurostat.

Ακόμα πιο εντυπωσιακή ήταν η μεταπολεμική εξέλιξη. Παρά τις καταστροφές της Κατοχής, την αλληλοσφαγή του Εμφυλίου και την αθρόα μετανάστευση του αγροτικού στοιχείου προς την Βόρεια Ευρώπη και τις ΗΠΑ, ο πληθυσμός της Ελλάδας μεταξύ 1949-2009 αυξήθηκε κατά 53%.

Μια αξιοπρόσεκτη αύξηση παρατηρείται τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, όταν η οικονομία ενσωματώθηκε στο Ευρώ, η χώρα ισχυροποιήθηκε και προσέλκυσε αρκετούς οικονομικούς μετανάστες ιδιαίτερα από τις γειτονικές χώρες. Μετά όμως μπήκε στην βαθιά κρίση του 2010 και η ύφεση προκάλεσε ξανά ένα κύμα μετανάστευσης προς το εξωτερικό. Όπως φαίνεται και στο σχετικό διάγραμμα, μεταξύ 2010 και 2019 ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 400.000 άτομα. Αυτή την φορά όμως δεν ήταν οι ανειδίκευτοι αγροτικοί πληθυσμοί αλλά εξειδικευμένα στελέχη, η φυγή των οποίων φρέναρε την άνοδο της εθνικής παραγωγικότητας και ήταν ένας από τους λόγους που κατέρρευσε με τόσο πάταγο η ελληνική οικονομία στην διάρκεια των Μνημονίων.

Το κύμα φυγής που σημειώθηκε ήταν αριθμητικά το μεγαλύτερο, οικονομικά το επαχθέστερο και εθνικά το απειλητικότερο από όσες αιμορραγίες πληθυσμού είχαν συμβεί στην διάρκεια των 200 ετών ελεύθερου κράτους, με εξαίρεση τον Πόλεμο του 1940 και την Κατοχή. Μερικοί ισχυρίζονται ότι κάποιοι από αυτούς ήταν οικονομικοί μετανάστες και τώρα παλιννόστησαν στην πατρίδα τους. Και πάλι όμως το κόστος ήταν σημαντικό γιατί έτσι χάθηκε η ευκαιρία ενσωμάτωσης τους στην Ελλάδα όπου θα συνέχιζαν να προσφέρουν εργασία και εισφορές. Οι συνέπειες της φυγής μεγεθύνονται ακόμα περισσότερο όταν προβληθούν στο ευρύτερο δημογραφικό τοπίο της χώρας, το οποίο ανεξάρτητα από τις παραπάνω εξελίξεις βρισκόταν ήδη εδώ και τρείς δεκαετίες σε μία συστηματική παρακμή.

Δ2. Πώς το δημογραφικό μπλοκάρει τις στρατηγικές της χώρας

Συνδυάζοντας τώρα το φαινόμενο της χρόνιας δημογραφικής παρακμής με την μεγάλη φυγή της προηγούμενης δεκαετίας, προκύπτει ένα ιδιαζόντως ζοφερό σενάριο για την εξέλιξη του πληθυσμού τα προσεχή χρόνια. Οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν μόνο στις μονότονες στατιστικές των απογραφών, αλλά θα επηρρεάσουν άμεσα και σημαντικά όλα τα δύσκολα προβλήματα της χώρας: πρώτα από όλα φυσικά την οικονομία, αλλά επίσης την άμυνα, την γεωπολιτική της θέση, την εισροή μεταναστών, ακόμα και το πώς προσλαμβάνεται η χώρα στον εξωτερικό κόσμο ως συνδυασμός ισχύος και αξιών πολιτισμού. Ας τα δούμε λίγο πιο συγκεκριμένα:

Πρώτη και καθοριστική θα είναι η επίδραση στην οικονομική εξέλιξη, κυρίως στην σφαίρα της παραγωγής και μετά στις μακρο-

οικονομικές διαστάσεις. Η μείωση του ενεργού πληθυσμού θα περιορίσει την εκμάθηση νέων τεχνολογιών και με τη σειρά του αυτό θα οδηγήσει σε υποστελέχωση την παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας. Σε μια περίοδο που όλη η Ευρώπη ανασυντάσσεται σε ένα νέο και απαιτητικό μοντέλο παραγωγής, στην Ελλάδα θα κυριαρχούν μικρές μονάδες χαμηλής τεχνολογίας και κυρίως στον τομέα των απλών υπηρεσιών. Αυτό είναι το χρόνιο μειονέκτημα της Ελλάδας να επιτύχει τις λεγόμενες «οικονομίες κλίμακας» που θα της έδιναν μια ισχυρή ώθηση στον διεθνή συναγωνισμό για την προσέλκυση μεγάλων ξένων επενδύσεων.

Η αδυναμία προσέλκυσης και βιωσιμότητας μονάδων υψηλής προστιθέμενης αξίας θα επηρεάσει άμεσα και αρνητικά όλο το σύμπλεγμα εισοδημάτων, συντάξεων και ασφαλιστικού συστήματος. Επειδή και τα εισοδήματα θα είναι χαμηλότερα αλλά και οι παραγωγικές ηλικίες που τα δημιουργούν θα συρρικνωθούν. Ταυτόχρονα, οι πιο ηλικιωμένοι λαμβάνουν συντάξεις κατά πολύ μεγαλύτερες από αυτές που σχεδιάζεται να δοθούν στους σημερινούς εργαζόμενους. Βραχυχρόνια, η μόνη διαφυγή είναι να αυξάνεται το δημόσιο χρέος για να πληρώνει τις μεγάλες συντάξεις αλλά για την Ελλάδα η υπερχρέωση έχει προ πολλού υπερβεί τα όρια ανοχής της Ευρωζώνης και τα περιθώρια είναι από ισχνά έως απλώς ανύπαρκτα.

Σημειωτέον, ότι από τον Β΄ Παγκόσμιο και μετά, συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο καθώς κάθε γενεά προσδοκούσε να ζήσει καλύτερα από την προηγούμενη. Η μείωση του πληθυσμού επιφέρει μία ραγδαία ανατροπή αυτού του μοντέλου αλληλεγγύης γενεών, προκαλώντας εντάσεις και εχθρότητες που ως κοινωνία δεν έχουμε διαχειριστεί ξανά.

Η δημογραφική γήρανση θα πλήξει επίσης την γεωπολιτική ικανότητα της χώρας, γιατί με μειωμένο πληθυσμό στις δυναμικές ηλικίες θα καταφεύγει όλο και περισσότερο στην προμήθεια ακριβών οπλικών συστημάτων που κάθε φορά θα επιβαρύνουν την ήδη εξασθενημένη δυναμική της οικονομίας. Κάτι παρόμοιο δηλαδή με το σύνδρομο των κρατιδίων στον Αραβικό Κόλπο να αγοράζουν διαρκώς όπλα για να μην τους καθυποτάξει το Ιράν. Η διαφορά είναι όμως ότι εμείς χωρίς τα πετρέλαια θα χρεωνόμαστε όλο και περισσότερο, επιτείνοντας το αδιέξοδο του ασφαλιστικού συστήματος και του χρέους που είδαμε παραπάνω.

Παρά τους ορατούς και μεγάλους κινδύνους για την εξέλιξη της χώρας, υπάρχουν αρκετοί που θεωρούν ότι το μοντέλο δημογραφικής γήρανσης είναι οικονομικά βιώσιμο με ένα τρόπο που στην πραγματικότητα το οξύνει. Η υπόθεση είναι ότι η Ελλάδα με την

ηλιοφάνεια που έχει θα προσελκύει και άλλους ηλικιωμένους από την Βόρεια Ευρώπη που θα προστίθενται στις δικές μας ομάδες συνταξιούχων, διαμορφώνοντας έτσι την αποκαλούμενη “ασημένια οικονομία” (silver economy) από το χρώμα των κροτάφων που θα κυριαρχούν στον πληθυσμό. Προβλέπεται ότι αυτό θα οδηγήσει σε μια ισχυρή ζήτηση υπηρεσιών διαμονής και προϊόντων διαβίωσης, από κατοικίες και σπορ έως τοπικές κουζίνες και περίθαλψη που θα επαρκούν για να κρατούν την οικονομία σε υψηλά επίπεδα δραστηριότητας και απασχόλησης.

Το μοντέλο αυτό μπορεί όντως να αναπτυχθεί στην Ελλάδα, σε καμμία περίπτωση όμως δεν αποτελεί υποκατάστατο μιας εύρωστης οικονομίας ή ακόμα περισσότερο την εναλλακτική επιλογή μιας δυναμικής κοινωνίας. Ο λόγος είναι ότι η χώρα θα παραμείνει σε τεχνολογική υστέρηση αφού τα περισσότερα αγαθά δεν θα είναι διεθνώς εμπορεύσιμα, ενώ είναι πιθανό ένας σημαντικός αριθμός εργαζομένων να προέρχεται από μετανάστες αφού το εγχώριο δυναμικό δεν θα επαρκεί ή δεν θα επιλέγει αυτές τις εργασίες.

Επιπλέον, η μεγάλη προσέλκυση ηλικιωμένων πληθυσμών από άλλες χώρες, αναπόφευκτα θα εμπεδώσει και ένα κλίμα αποθάρρυνσης κοινωνικών πρωτοβουλιών και πειραματισμών για να μην διαταραχθεί η

«ησυχία και τάξη» που θα επιζητούν όσοι έρχονται. Ίσως αυτό να ταίριαζε με ένα ελβετικό τοπίο ή τα ψαροχώρια της Σκανδιναβίας, στην Ελλάδα πάντως θα οδηγούσε σε αδράνεια και αναστολή ένα σωρό διεργασίες και ζητήματα που ακόμα δεν έχουν διευθετηθεί οριστικά. (Ας σκεφτεί κάποιος τι είναι πιο πιθανό να επικρατήσει αν σε ένα νησί μπει σε ψηφοφορία μία πρόταση μαχητικής κινητοποίησης έναντι των τουρκικών προκλήσεων ή να υποχωρήσουμε στις πιέσεις).

Με λίγα λόγια, η δημογραφική παρακμή αναπόφευκτα θα επιφέρει όλο και περισσότερες αρνητικές συνέπειες στην κοινωνική συνοχή, την εθνική ισχύ και την παραγωγική ικανότητα της χώρας. Συμπυκνώνει και εκφράζει τις μείζονες δυσκολίες και τα επικείμενα αδιέξοδα, από την διαρκή κρίση στα ελληνοτουρκικά έως το συνταξιοδοτικό χάος. Και από το εκρηκτικό δημόσιο χρέος που πάλι συσσωρεύτηκε τα τελευταία χρόνια έως την επιρροή της χώρας στα ευρωπαϊκά και διεθνή θέματα, η οποία συχνά κλονίζεται παρά τις σημαντικές πρωτοβουλίες που αναλαμβάνονται για να ανατρέψουν την φθίνουσα φορά των πραγμάτων.

Δ3. Διαθέσιμες επιλογές

Το δημογραφικό είναι λοιπόν μακράν το μείζον θέμα που έχουμε σήμερα να αντιμετωπίσουμε ως χώρα. Αν χειροτερεύσει, όλα θα πάνε χειρότερα. Αν βελτιωθεί σημαντικά, θα ανοίξουν παράθυρα ευκαιρίας σε πολλούς τομείς. Δυστυχώς όμως δεν επιδέχεται λύσεις που είναι ταυτόχρονα εύκολες και γρήγορες. Στην πραγματικότητα, μόνο δύο τρόποι υπάρχουν να το επηρρεάσουμε:

(α) Ο ένας τρόπος είναι με την συστηματική άνοδο της γονιμότητας του πληθυσμού, αν και τα εργαλεία πολιτικής που είναι διαθέσιμα δεν είναι πάντοτε αποτελεσματικά και παίρνει συνήθως μια γενεά για να ολοκληρωθούν.

(β) Ο δεύτερος τρόπος είναι με την άμεση μετανάστευση που αυξάνει τόσο τον πληθυσμό όσο και τον μέσο όρο της γονιμότητας. Το πρόβλημα σήμερα έχει γίνει πιο περίπλοκο με την έκρηξη του κύματος προσφύγων και θέλει ένα πολύ επιδέξιο μηχανισμό επιλογής και πλήρους ενσωμάτωσης για να μετριαστούν οι δυσκολίες προσαρμογής τους στην χώρα μας και να επιταχυνθεί η αποδοχή τους από την ελληνική κοινωνία.

Στην Ελλάδα πρέπει να συνδυαστούν και οι δύο προσεγγίσεις, με στόχο πρώτα να ανακοπεί η δημογραφική παρακμή και μετά να αρχίσει η λεγόμενη «δημογραφική αναστροφή», αν θέλουμε η χώρα να παραμείνει σε μια τροχιά ισχυροποίησης και προόδου και μετά τα 200 πρώτα χρόνια. Στην συνέχεια θα περιγράψουμε ποια υπήρξαν τα γεγονότα που οδήγησαν στην δημογραφική κατάρρευση τις προηγούμενες δεκαετίες και πώς οι συνέπειες τους μπορούν – έστω και εκ των υστέρων – να αντιμετωπιστούν.

Δ4. Η δημογραφική παρακμή εντείνεται

Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο στις δημογραφικές μελέτες και τις συγκρίσεις μεταξύ χωρών είναι ο λεγόμενος Βαθμός Ολικής Γονιμότητας που εκφράζει το ετήσιο ποσοστό γεννήσεων επί του συνολικού γυναικείου πληθυσμού. Αυτός καθορίζει αν ο πληθυσμός μιας χώρας έχει ανοδική, στάσιμη ή καθοδική τάση και το αποτέλεσμα κρίνεται αν αντίστοιχα παραμένει ψηλότερα, ίσος ή χαμηλότερα σε σύγκριση με το λεγόμενο «κατώφλιο αναπαραγωγής» που είναι περίπου 2,10 για να αντισταθμίζει και τις περιπτώσεις βρεφικής και νεανικής θνησιμότητας.

Όπως φαίνεται και στο σχετικό διάγραμμα, στην Ελλάδα η γονιμότητα ήταν πάνω από το κατώφλιο αναπαραγωγής έως το 1980, μετά όμως γνώρισε απότομη και μεγάλη μείωση από την οποία δεν συνήλθε ποτέ. Στα σημερινά επίπεδα του 1,35% που βρίσκεται και με γυναικείο πληθυσμό, οι γεννήσεις είναι της τάξεως των 75-85.000 παιδιά ετησίως. Αυτό σημαίνει ότι κάθε χρόνο λείπουν περίπου 53.000 γεννήσεις αν θέλαμε να σταθεροποιηθεί ο πληθυσμός εδώ που βρίσκεται και το ερώτημα είναι με ποιες πολιτικές θα μπορούσαμε άραγε να το πετύχουμε.

Ενιαία απάντηση για όλες τις κοινωνίες και όλες τις εποχές δεν υπάρχει. Κάθε χώρα έχει τις δικές της ιδιομορφίες και τον δικό της δρόμο εξέλιξης. Για αυτό, πριν σκιαγραφηθούν οι δέουσες πολιτικές πρέπει να κατανοηθεί ποιοι παράγοντες έπαιξαν ρόλο στην διαμόρφωση της γονιμότητας διαχρονικά και από ποιες πολιτικές μπορεί να επηρεαστούν. Όταν κάνουμε αυτή την ιστορική εξέταση για την Ελλάδα, θα δούμε ότι άλλες φορές η γονιμότητα μειώθηκε επειδή επικρατούσε μια αρνητική κατάσταση στην χώρα, άλλες όμως μειώθηκε επειδή έγιναν ουσιώδη βήματα προόδου σε κρίσιμα ζητήματα. Η πορεία γονιμότητας στην διάρκεια 1960-2019 μπορεί να χωριστεί σε πέντε φάσεις και να εντοπιστούν τα χαρακτηριστικά που κυριάρχησαν σε καθεμία εξ αυτών. Στην πρώτη φάση 1960-1967, η χώρα συνέρχεται από τον Εμφύλιο, η παραγωγή έχει αυξηθεί, η μετανάστευση περιορίστηκε και τα εισοδήματα ανέρχονται. Κορυφαίες μεταρρυθμίσεις είναι οι αγροτικές συντάξεις που μειώνουν την φτώχεια στην ύπαιθρο και το Ακαδημαϊκό Απολυτήριο που ανοίγει νέες προοπτικές για να σπουδάσουν τα φτωχόπαιδα στα πανεπιστήμια. Σε αυτές τις συνθήκες, η κοινωνία μπαίνει σε μια πιο αισιόδοξη προοπτική και η γονιμότητα ανέρχεται.

Ο Βαθμός Ολικής Γονιμότητας στην Ελλάδα κατά τις πέντε φάσεις της περιόδου 1960-2019. Πηγή στοιχείων: Παγκόσμια Τράπεζα

Η ανοδική πορεία ανακόπτεται με την Χούντα και γίνεται πτωτική. Οι διώξεις του καθεστώτος διαλύουν χιλιάδες οικογένειες, ενώ άλλοι φεύγουν από την χώρα για να γλυτώσουν. Η επιστροφή τους το 1974 δίνει μια ευδιάκριτη ώθηση στην γονιμότητα αλλά μετά ξαναρχίζει μια ήπια πτώση ως το 1980. Η γονιμότητα μπαίνει σε πορεία έντονης και παρατεταμένης πτώσης, καθώς ο σχηματισμός οικογένειας συχνά αναβάλλεται για να αξιοποιηθούν οι νέες ευκαιρίες στην επαγγελματική εξέλιξη.

Με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981, ξεκινά και ένα μεγάλο κύμα αστικοποίησης. Πολλοί νέοι εγκαταλείπουν την ύπαιθρο και μένουν πλέον στα μικρά διαμερίσματα των πόλεων. Όταν έρθει η ώρα να παντρευτούν και να αποφασίσουν για παιδιά, βλέπουν ότι το σπίτι δεν θα τους χωράει όλους. Η συνήθεια πολλών παιδιών που είχαν οι γονείς τους εγκαταλείπεται, ενώ ακόμα και το ένα ή τα δύο παιδιά έχουν πλέον μεγάλο κόστος για την φροντίδα τους. Το 1999 η γονιμότητα έχει πέσει στο 1,22%, το χαμηλότερο σημείο στις έξι δεκαετίες που εξετάζουμε.

Μετά το 2000, η οικονομία αναπτύσσεται σταθερά, ενώ η Ελλάδα μπαίνει στο Ευρώ και διάγει μια περίοδο μεγαλύτερης ασφάλειας. Το οικογενειακό εισόδημα αυξάνεται και οδηγεί σε μεγαλύτερη τεκνοποιία, ενώ οι αυξημένες μεταναστευτικές ροές που προσελκύονται συμβάλουν με ακόμα περισσότερα παιδιά. Η γονιμότητα μπαίνει σε ανοδική τροχιά για πρώτη φορά μετά το 1967 και συνεχίζει έτσι ως το 2009. Η κρίση που

ξεσπά μετά το 2010 προκαλεί τόση αβεβαιότητα και φόβο στα νοικοκυριά για το μέλλον τους που κάνει πάλι καθοδική την πορεία γονιμότητας, μέχρι να καταλήξει στα πρόσφατα χαμηλά επίπεδα.

Από την σύντομη αυτή περιοδολόγηση της γονιμότητας, προκύπτουν δύο θεμελιώδη συμπεράσματα: Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι η ραγδαία μείωση της κατά την δεκαετία του 1980 οφείλεται κατά μεγάλο βαθμό σε θετικές κοινωνικές, οι οποίες όχι μόνο δεν πρέπει να αντιστραφούν αλλά αντιθέτως να διευρυνθούν ακόμα περισσότερο στο μέλλον. Υπάρχουν όμως και αρνητικοί παράγοντες που επηρρέασαν καθοδικά την γονιμότητα και θα μπορούσαν να περιοριστούν για να μην συνεχίσουν να ακυρώνουν την απόκτηση παιδιών. Κορυφαίο τέτοιο παράδειγμα η στενότητα κατοικίας, που θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με την παροχή εκτεταμένων στεγαστικών διευκολύνσεων στα νέα ζευγάρια.

Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η εξέλιξη της γονιμότητας συμβαδίζει λίγο-πολύ με την πορεία του κατά κεφαλή ΑΕΠ (εφεξής ΚΚΑΕΠ), το οποίο είναι ο αντιπροσωπευτικότερος δείκτης ευημερίας μιας χώρας. Όπως αναφέραμε παραπάνω, αυτό συμβαίνει από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 έως το 2009 όταν και τα δύο μεγέθη κινούνται ανοδικά, αλλά και μετά το 2010 που κινούνται και τα δύο καθοδικά. Στην δεκαετία του 1960 ήταν επίσης και τα δύο ανοδικά, ενώ στην δεκαετία του 1980 με την μειωμένη γονιμότητα το ΚΚΑΕΠ ήταν σχεδόν στάσιμο σε σταθερές τιμές. Η μόνη περίοδος που το ΚΚΑΕΠ ανεβαίνει και η γονιμότητα πέφτει είναι επί Χούντας, αλλά αυτή ήταν μια δημογραφικά ανώμαλη κατάσταση (όπως και σε τόσα άλλα ζητήματα φυσικά).

Η κατεύθυνση της σχέσης μεταξύ γονιμότητας και ΚΚΑΕΠ έχει απασχολήσει την διεθνή βιβλιογραφία όσο καμμιά άλλη. Σε πολλές φτωχές χώρες είχε βρεθεί ότι οι γονείς κάνουν πολλά παιδιά για να τους συνδράμουν όταν αυτοί γεράσουν και επειδή κάμποσα από αυτά θα πεθάνουν λόγω παιδικής θνησιμότητας, κάνουν ακόμα περισσότερα ώστε κάποια να επιβιώσουν. Για τον λόγο αυτό, οι εκστρατείες αντιμετώπισης του υπερπληθυσμού στις χώρες του Τρίτου Κόσμου βασίστηκαν σε προγράμματα οικονομικής ανάπτυξης που θα βελτίωναν τα εισοδήματα και έτσι θα μείωναν την ανάγκη πολλών παιδιών. Παράλληλα, η άνοδος του ΚΚΑΕΠ θα διασφάλιζε καλύτερες υπηρεσίες υγείας, η παιδική θνησιμότητα θα υποχωρούσε και δεν θα υπήρχε ανάγκη εφεδρικής τεκνοποιίας.

Παρομοίως αντίρροπα ευρήματα για την σχέση ΚΚΑΕΠ-Γονιμότητας είχαν υπάρξει παλιότερα και για τις ανεπτυγμένες χώρες. Όταν βρισκόταν στην φάση κατάκτησης μιας μεγαλύτερης συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας, η άνοδος του μέσου εισοδήματος σήμαινε αύξηση του κόστους ευκαιρίας αν έμεναν σπίτι για να κάνουν παιδιά και η γεννητικότητα έτσι μειώθηκε ραγδαία.

Η σχέση εισοδήματος και γονιμότητας άρχισε να αλλάζει όταν μετά ήρθαν οι εποχές κρίσης και μείωσης του εισοδήματος κατά την δεκαετία του 1980 στην Δυτική Ευρώπη και του 1990 στην Ανατολική. Το μεν κόστος ευκαιρίας μειώθηκε αλλά οι γεννήσεις καθόλου δεν αυξήθηκαν γιατί τώρα κυριαρχούσε η αβεβαιότητα για την απασχόληση του νοικοκυριού και ο κίνδυνος φτώχειας και αποκλεισμού του. Όταν λοιπόν οι ευρωπαϊκές οικονομίες μετά το 2000 ξαναμπήκαν σε μια τροχιά βελτίωσης των εισοδημάτων, συνοδεύτηκαν από μια αναζωογόνηση της γονιμότητας που αποκλήθηκε «δημογραφική αντιστροφή». Ακολουθώντας τον ίδιο κανόνα, η δημογραφική αναζωογόνηση ακυρώθηκε στις περισσότερες χώρες με την κρίση χρέους του 2010.

Συνοψίζοντας, βλέπουμε ότι μετά το 1995 στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η γονιμότητα ακολουθεί ομόρροπα τις εξελίξεις του ΚΚΑΕΠ και μια αύξηση του θα συνέτεινε στην ενίσχυση των γεννήσεων και την αύξηση του πληθυσμού. Στις πιο πλούσιες χώρες όμως το ΚΚΑΕΠ είναι τόσο υψηλό που μία περαιτέρω αύξηση του ανεβάζει αισθητά το κόστος ευκαιρίας και μειώνει την γεννητικότητα. Σε αυτές τις χώρες η άνοδος του πληθυσμού πρέπει να γίνει με άλλες πολιτικές και όχι με την περαιτέρω άνοδο του ΑΕΠ.

Οι διαπιστώσεις αυτές σημαίνουν ότι το πρόβλημα της υπογεννητικότητας στις σχετικά φτωχότερες χώρες της ΕΕ και στην Ελλάδα αντιμετωπίζεται από κοινού με το πρόβλημα σύγκλισης των εισοδημάτων. Άρα πολιτικές που στόχο έχουν να μειώσουν το χάσμα Βορρά-Νότου ή Ανατολής-Δύσης στην ΕΕ στην πραγματικότητα διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για να αντιμετωπιστεί και η πληθυσμιακή μείωση. Θα χρειαστούν φυσικά και άλλες εξειδικευμένες πολιτικές, αλλά το τρίπτυχο ανάπτυξη-επενδύσεις- απασχόληση θα πρέπει να είναι η κυρίαρχη επιλογή.

Δ5. Μια κοινωνία χωρίς νέους

Οι δύο δείκτες ηλικιακής εξάρτησης

Στα προηγούμενα είδαμε την ιστορική εξέλιξη της γονιμότητας στην Ελλάδα που εδώ και τέσσερις δεκαετίες βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από το κατώφλι αναπαραγωγής του πληθυσμού. Έτσι ο πληθυσμός διαχρονικά μειώνεται και σε απόλυτα μεγέθη αλλά και σε σύγκριση με άλλες χώρες που έχουν καλύτερη δυναμική. Για παράδειγμα, το 2000 η Ελλάδα είχε το 2,52% του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27, ενώ σήμερα έχει το 2,37%. Αν και η πτώση είναι μικρή, μπορεί να έχει συνέπειες σε αποφάσεις κατανομής με βάση τον πληθυσμό. Πρόσφατα η Ελλάδα έλαβε 32 δισεκ. Ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης. Όμως αν ίσχυε η αναλογία του 2000 θα μπορούσε να λάβει επιπλέον 2 δισεκ. Ευρώ, δηλαδή πάνω από 1% του ΑΕΠ.

Ακόμα δυσμενέστερη είναι η σύγκριση με κράτη που την απειλούν διαχρονικά, όπως φυσικά η Τουρκία. Την δεκαετία του 1960, οι γείτονες ήταν τρεισήμισι φορές περισσότεροι από μας ενώ σήμερα είναι οκταπλάσιοι και καθένας μπορεί να βγάλει μερικά συμπεράσματα για τις πιθανές επιπτώσεις σε περίπτωση σύρραξης.

Η δημογραφική παρακμή προκαλεί όμως και εσωτερική ανασύνθεση του πληθυσμού εις βάρος των νεότερων ηλικιών που καλούνται να συνεισφέρουν με όλο και μεγαλύτερο κόστος προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις μεγαλύτερες ηλικίες. Τα φαινόμενα αυτά αποτυπώνονται με τους δύο δείκτες εξάρτησης: ο άνω δείκτης παριστάνει την αναλογία του πληθυσμού άνω των 65 ετών στο σύνολο του ενεργού πληθυσμού 15-64 ετών, ενώ ο κάτω δείκτης την αναλογία των ανηλίκων κάτω των 14 ετών στο ίδιο σύνολο. Οι πορείες του άνω και του κάτω δείκτη για την Ελλάδα τις τελευταίες έξι δεκαετίες παριστάνονται στο σχετικό διάγραμμα και αποκαλύπτουν μια σειρά από ζοφερά δημογραφικά χαρακτηριστικά.

Ο άνω και κάτω Δείκτης εξάρτησης στην Ελλάδα ως % του ενεργού πληθυσμού 15-64 ετών. Πηγή στοιχείων: Eurostat Ameco.

Πρώτα από όλα, βλέπουμε ότι ενώ οι νεαρές ηλικίες ήταν το 40% του ενεργού πληθυσμού το 1960, σήμερα βρίσκονται στο 23% δηλαδή σχεδόν στο μισό. Αιτία είναι φυσικά η μείωση του αριθμού παιδιών που κάνει κάθε οικογένεια και η οποία δεν δείχνει καμμία τάση βελτίωσης. Για να δούμε τις συνέπειες που έχει αυτός ο δείκτης, ας αναλογιστούμε τι θα συμβεί μετά από μία γενεά όταν οι σημερινοί ενήλικες θα είναι στην σύνταξη και οι σημερινοί ανήλικες θα είναι στην ενεργό οικονομία (αν δεν έχουν φυσικά μεταναστεύσει στο εξωτερικό). Χωρίς να υπεισέλθουμε σε περίπλοκους υπολογισμούς, μπορεί κανείς εύκολα να δει πως οι αυριανοί εργαζόμενοι θα είναι ένα κλάσμα των αυριανών συνταξιούχων, ενώ θα έπρεπε να είναι σαφώς περισσότεροι.

Η επιβάρυνση του ασφαλιστικού συστήματος

Από την κρίση στο Δημογραφικό επιβαρύνεται σημαντικά και το Ασφαλιστικό Σύστημα κι αν δεν θέλουμε να υπάρξουν δυσάρεστες λύσεις που αφορούν συνταξιούχους και νυν εργαζόμενους τότε θα πρέπει να υπάρξουν ριζικά – τολμηρά μέτρα.

Υπάρχει όμως και μια άλλη ανισορροπία στην σύνθεση του πληθυσμού που αφορά τον άνω δείκτη. Μετά το 1990 βλέπουμε μία διαρκή σταθερή άνοδο, η οποία οφείλεται στην όλο και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής που

καταγράφεται στην χώρα μας ως αποτέλεσμα των καλύτερων υπηρεσιών υγείας που προσφέρονται.

Μετά το 2009 ο δείκτης εξάρτησης γίνεται ακόμα εντονότερος, αυτή την φορά όμως λόγω της φυγής των 400.000 που επιφέρει άμεση μείωση στον συνολικό ενεργό πληθυσμό της χώρας. Έτσι οι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών από το 20% του ενεργού πληθυσμού που ήταν την δεκαετία του 1980, είναι πλέον στο 35% δυσκολεύοντας το σημερινό ασφαλιστικό σύστημα. Τις συνέπειες αυτής της όξυνσης τις ζούμε ήδη: οι σημερινοί εργαζόμενοι υπόκεινται σε μεγάλη αφαίμαξη για να πληρώνουν τις συντάξεις των μεγαλύτερων. Δυστυχώς το ίδιο θα επαναληφθεί και με τις δικές τους συντάξεις, τροφοδοτώντας έτσι ένα διαρκή κύκλο φθοράς και αντιπαράθεσης μεταξύ γενεών.

Η γήρανση της κοινωνίας

Η συγκέντρωση όλο και μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού σε μεγαλύτερες ηλικίες θα έχει και άλλες συνέπειες που θα είναι δύσκολα διαχειρίσιμες, καθώς οι πιο ηλικιωμένοι είναι συνήθως και πιο διστακτικοί να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους ή να χρησιμοποιήσουν τις νέες δυνατότητες της τεχνολογίας. Οι εμπειρίες της πρόσφατης πανδημίας είναι ένα δραματικό παράδειγμα της καταπόνησης που μπορεί να επέλθει στο σύστημα υγείας της χώρας, αν ο εκτεταμένος πληθυσμός μεγάλης ηλικίας αρνείται να συμμορφωθεί με τις επιταγές της επιστήμης και τα υγειονομικά πρωτόκολλα.

Βεβαίως, η ελληνική κοινωνία πρέπει να είναι περήφανη που πέτυχε να διασφαλίσει μεγαλύτερο και καλύτερο βίο για την πλειοψηφία των απομάχων. Για να συνεχίσει όμως αυτή η διαδικασία βελτίωσης πρέπει η κοινωνία γρήγορα να γεμίσει νέους και παιδιά. Με λίγα λόγια, μόνο αν αυξηθεί ο κάτω δείκτης εξάρτησης θα εξασφαλιστεί ένα καλύτερο αύριο για τις μεγαλύτερες ηλικίες που συσσωρεύονται όλο και περισσότερο στον άνω δείκτη εξάρτησης.

Δ6. Δημογραφική ανάκαμψη με νέα κίνητρα

Η μακροχρόνια, σταθερή και ουσιαστική αντιμετώπιση του Δημογραφικού, απαιτεί γενναίες πολιτικές αποφάσεις κι ένα συνολικό πλαίσιο μακροχρόνιου σχεδιασμού αλλά και άμεσων μέτρων τα οποία θα ανακουφίσουν τις τρέχουσες γενιές και θα χτίσουν οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες κατάλληλες και ασφαλείς για την συνεχή πληθυσμιακή αναπαραγωγή και αναγέννηση:

(1). Διασφάλιση στέγασης και βελτίωση ποιότητας:

Σήμερα σε όλες σχεδόν τις χώρες της ΕΕ παρατηρείται μια στροφή στις άμεσες και πρακτικές ανάγκες των νέων ζευγαριών. Εκτενείς μελέτες που έχουν γίνει σε όλες τις χώρες της ΕΕ δείχνουν ότι οι αποφάσεις για παιδιά επηρρεάζονται ισχυρά από την ποιότητα και την ευρυχωρία της κατοικίας που θα μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Εξαρτώνται επίσης από τις γενικότερες υποδομές που θα έχουν, όπως είναι οι συγκοινωνίες προς τα σχολεία και τόπους ψυχαγωγίας, ευκολία διασύνδεσης με φυσικά δίκτυα, αλλά και διασύνδεσης με άλλα παιδιά. Όταν τα χαρακτηριστικά αυτά είναι επαρκή, η γονιμότητα εμφανίζεται αυξημένη, ενώ όταν λείπουν μειώνεται. Οι στεγαστικές διευκολύνσεις προς νέα ζευγάρια βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο των πολιτικών για την θετική επιρροή στην γονιμότητα. Η στενότητα και η ακρίβεια κατοικίας που παρατηρείται εδώ και μερικά χρόνια σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και στην Ελλάδα, απλώς κάνει τις πολιτικές αυτές ακόμα πιο επείγουσες και αναγκαίες. Απαιτείται μια ολοκληρωμένη πολιτική που θα διασφαλίζει και τελικά θα παρέχει σύγχρονη και επαρκή κατοικία στα νέα ζευγάρια σε περιοχές που αναπτύσσονται και διαθέτουν τις κατάλληλες υποδομές. Προτείνουμε:

  • Άμεση προώθηση του μοντέλου κοινωνικής κατοικίας όπως εφαρμόζεται με επιτυχία σε χώρες της Ιβηρικής χερσονήσου.
  • Δημιουργία δημόσιου αποθέματος κατοικιών που διατίθεται προς ενοικίαση (Αξιοποίηση ακινήτων του δημοσίου-δημόσιων εκτάσεων).
  • Κατασκευή και ανακαίνιση με πόρους των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, κατοικιών που θα διατεθούν προς ενοικίαση με κοινωνικά κριτήρια και χαμηλές τιμές.

Είναι προφανές ότι η διαθεσιμότητα κατοικιών θα αυξηθεί και το κόστος κατασκευής τους θα μειωθεί αν περιοριστεί η σημερινή ανεξέλεγκτη πώληση Real-Estate σε επενδυτικά κεφάλαια του εξωτερικού με στόχο την απόκτηση

«χρυσής βίζας» από κατοίκους χωρών εκτός ΕΕ. Το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής θεωρεί πως τα προγράμματα αυτά που επινοήθηκαν ως λύσεις απελπισίας για την εισαγωγή κεφαλαίων την περίοδο των Μνημονίων πρέπει τώρα να αναθεωρηθούν ριζικά, με πολλαπλάσια απαιτούμενα κεφάλαια και επιπλέον ειδικούς φόρους που θα καταβάλλονται με την απόκτηση του ακινήτου. Παράλληλα με τις αυστηρές προδιαγραφές απόκτησης βίζας πρέπει

επίσης οι πωλήσεις να περιοριστούν δραστικά σε όσες περιοχές παρατηρείται υπερβολική ζήτηση (πχ. στα νησιά). Θα εξεταστεί επίσης η διάθεση των φόρων που εισπράττονται από τις πωλήσεις αυτές αποκλειστικά στην χρηματοδότηση κατοικιών για τα νέα ζευγάρια.

(2). Επιδόματα τέκνων:

Χρειάζεται εκσυγχρονισμός, επικαιροποίηση κριτηρίων και διεύρυνση των δικαιούχων. Στην Ελλάδα χορηγούνται μια σειρά από επιδόματα ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων. Η χορήγηση γίνεται μετά από τον έλεγχο εισοδηματικών κριτηρίων, ώστε να μην επεκτείνεται σε οικογένειες με κάπως υψηλότερα εισοδήματα αλλά να συγκεντρώνεται στις φτωχότερες. Επίσης τα επιδόματα είναι χαμηλά για τα πρώτα παιδιά, αυξάνονται όμως σημαντικά για τα επόμενα.

Προτείνουμε γενναιότερες ενισχύσεις από το πρώτο παιδί, για να ενισχυθεί οριζόντια η τεκνοποίηση. Αν ενισχυθεί ακόμη και στο επίπεδο των 1-2 τέκνων θα σημάνει μια εντυπωσιακή άνοδο πληθυσμού. Επίσης χρειάζεται άμβλυνση των εισοδηματικών κριτηρίων ώστε όλο και μεγαλύτερες εισοδηματικές ομάδες να αποκτούν κίνητρα τεκνοποίησης. Συγκεκριμένα:

  • Χορήγηση επί πλέον μηνιαίου επιδόματος 200 ευρώ για κάθε νέο παιδί (και ως την ηλικία των 3 ετών) για άτεκνα ζευγάρια και ζευγάρια με 1 παιδί, που έχουν ετήσιο καθαρό οικογενειακό εισόδημα ως και 20.000 ευρώ.
  • Καθιέρωση Εθνικού «Αποταμιευτικού Λογαριασμού» για κάθε παιδί με συμμετοχή τόσο του γονέα, όσο και της Πολιτείας. (Η οικογενειακή συμμετοχή θα εκπίπτει από τον ανάλογο φόρο εισοδήματος.)
  • Κάθε οικογένεια δικαιούται «κοινωνική επιταγή» για κάθε παιδί, ώστε να υλοποιείται δικαίωμα της ένταξης και φροντίδας όλων των παιδιών σε βρεφονηπιακούς σταθμούς.
  • Οι τρίτεκνοι αποκτούν τα δικαιώματα των πολύτεκνων. (Δεν θίγονται τα δικαιώματα αυτών που σήμερα έχουν πολύτεκνη ιδιότητα)..

(3). Θεσμικές διευκολύνσεις:

Ολοκληρωμένη παρέμβαση στις εργασιακές διευκολύνσεις και τα κίνητρα κυρίως προς την μητέρα με στόχο να μειωθεί το επαγγελματικό κόστος ευκαιρίας από την απόφαση να απόκτησης τέκνων. Προτείνουμε:

  • Άδειες μετ’ αποδοχών για λοχεία και ανατροφή, μειωμένα ωράρια εργασίας και θετική μοριοδότηση μητέρων στις προαγωγές, αξιοποίηση της τηλε- εργασίας, δημιουργία κατάλληλων υποδομών σε χώρους εργασίας (πχ Παιδικών Σταθμών).
  • Εξισορρόπηση των δικαιωμάτων μεταξύ των εργαζομένων μητέρων του Δημοσίου και του Ιδιωτικού τομέα και διεύρυνση διευκολύνσεων και προς τους δύο γονείς.

(4). Συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης και ποιότητας ζωής:

Μέσα από μια ολοκληρωμένη οικονομική πολιτική ανάπτυξης και δημιουργία πολλών και ποιοτικών θέσεων εργασίας θα επηρρεαστεί θετικά τόσο η γονιμότητα του γηγενούς πληθυσμού όσο και η προσέλκυση μεταναστών που θα εγκαταστήσει ή θα δημιουργήσει νέες οικογένειες εντός της ελληνικής επικράτειας και θα ενισχύσει το φθίνον εγχώριο εργατικό δυναμικό. Παράλληλα οι επενδύσεις σε υποδομές πρόσβασης, μέσα μεταφοράς, συνθήκες κυκλοφορίας και γενικότερης βελτίωσης του αστικού περιβάλλοντος, μπορούν να συμβάλουν στην ποιοτική αναβάθμιση της οικογενειακής διαβίωσης τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στις μικρότερες πόλεις.

Δεδομένης της ανάγκης για ενεργειακή απεξάρτηση και της προαναφερθείσας κατάρρευσης των κατασκευών την τελευταία 15ετία είναι δεδομένο ότι η χώρα χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αναβάθμισης των μεταφορικών και ενεργειακών δικτύων της μέσα από ένα πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων και συμπράξεων με τον ιδιωτικό τομέα.

Ο στόχος είναι να συνδέονται όπως αναφέρθηκε παραπάνω παραγωγικοί κόμβοι και μεταφορικοί κόμβοι της χώρας, ήτοι λιμάνια, σιδηροδρομικοί σταθμοί και τα αεροδρόμια με τον καλύτερο δυνατόν

Η χώρα στο πεδίο αυτό πρέπει να προσαρμόζεται στα σχέδια της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη δημιουργία των δικτύου μεταφορών και ενέργειας.

Εκτός από την έξυπνη κινητικότητα, τις πολυτροπικές μεταφορές, τις καθαρές μεταφορές και την αστική κινητικότητα στο κομμάτι των μεταφορών και για την έξυπνη διανομή ενέργειας στο κομμάτι της ενέργειας πρέπει που αποτελούν οριζόντιες προτεραιότητες της ΕΕ πρέπει η Ελλάδα να προσαρμόζεται και στις ανάγκες και προτεραιότητες όπως αυτές προκύπτουν από τις πολιτικές για τα ευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών.

Πρόσφατο παράδειγμα μια ψηφίδας αυτής της πολιτικής είναι η αναβάθμιση της σιδηροδρομικής σύνδεση Θεσσαλονίκης με την Ειδομένη με στόχο τη σταδιακή σιδηροδρομική σύνδεση με την Κεντρική Ευρώπη.

Σας αυτό το πλαίσιο ο εθνικός σχεδιασμός όμως έχει ένα ακόμα μεγαλύτερο μεσοπρόθεσμο στοίχημα. Πρέπει να προσαρμοστεί αλλά και στο βαθμό που μπορεί να προσαρμόσει τις αποφάσεις για το σχέδιο υποδομών που δρομολογούνται στα Δυτικά Βαλκάνια (την Αλβανία, Βοσνία Ερζεγοβίνη, Κόσοβο, Βόρεια Μακεδονία, Μαυροβούνιο και Σερβία) στο πλαίσιο των πολιτικών για την ένταξη τους στην Ευρώπη τα επόμενα χρόνια μια διαδικασία που ξεκίνησε με την Ατζέντα της Θεσσαλονίκης το 2003 επί Κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ. Ειδικότερα αποτελεί σημαντική η σωστή ανάγνωση και ανάλυση του οικονομικού και επενδυτικού σχεδίου για τα Δυτικά Βαλκάνια όπως έχει υιοθετηθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο

Σημειώνεται ότι οι έξι χώρες μαζί έχουν συνολικό ΑΕΠ σχεδόν στο 60% του Ελληνικού ΑΕΠ. Συνεπώς το μέγεθος της οικονομίας τους, η γεωγραφική εγγύτητας τους και η ενταξιακή προοπτική τους ανοίγουν πολλές ευκαιρίες για την Ελλάδα.

Αφενός αναβαθμίζουν τη δυναμική τόσο των σταθμών LNG και του TAP, ενώ πιθανώς να αυξήσoυν και τις εξαγωγές των ελληνικών διυλιστηρίων. Σε αυτό το σημείο πρέπει να υπογραμμιστεί ο διορατικός και διαχρονικός σχεδιασμός του ΠΑΣΟΚ για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας. Το 1987 προώθησε την κρίσιμη στρατηγική επιλογή της Ρεβυθούσας, η οποία παραλαμβάνει LNG και τροφοδοτεί την ελληνική αγορά. Ταυτόχρονα πάλι το ΠΑΣΟΚ είχε προωθήσει την υλοποίηση του πλωτού τερματικού σταθμού στην Αλεξανδρούπολη, η οποία ολοκληρώθηκε πρόσφατα και ήδη έγινε η επίσημη έναρξη μεταφοράς Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου (FSRU), το οποίο τροφοδοτεί την ελληνική και την περιφερειακή αγορά των Βαλκανίων.

Παράλληλα κρίσιμος ειδικά για τη Δυτική Ελλάδα αναμένεται να είναι ο αυτοκινητόδρομος Αδριατικής-Ιονίου, γνωστός και ως «Μπλε Διάδρομος», ο οποίος θα διατρέχει τις ακτές τις Κροατίας και θα φτάνει στην Ελλάδα, με ένα τμήμα του να είναι ο οδικός άξονας Ιωαννίνων- Κακαβιάς.

Επιπλέον ενδιαφέρον φαίνεται ότι υπάρχει για τη δημιουργία της σιδηροδρομικής γραμμής Pogradec-Ιεροπηγής. Εν γένει οι κομβικές επιλογές της Ευρώπης σε υποδομές και δίκτυα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη πριν τις αντίστοιχες εθνικές στρατηγικές επιλογές

Στο κεφάλαιο αυτό περιγράφονται μια σειρά από αναγκαίες τομές στην λειτουργία του κράτους και ιδιαίτερα σε τομείς μεγάλης κοινωνικής σημασίας, όπως η παιδεία, η υγεία, η προστασία του πολίτη, κ.α. Αν και απέχουν από το να συνιστούν μια ολοκληρωμένη πολιτική σε κάθε τομέα, οι παρεμβάσεις δίνουν το στίγμα της διαφορετικής πολιτικής που φιλοδοξεί να κομίσει το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής στην χώρα τα επόμενα χρόνια. Οι τομείς και οι παρεμβάσεις έχουν ως εξής:

ΣΤ1. Ένα δικαιότερο φορολογικό σύστημα

(α) Στρεβλώσεις

Σύμφωνα με όλες τις διαπιστώσεις και τις εμπειρικές έρευνες, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει ένα από τα πιο αναποτελεσματικά και συνάμα επιβαρυντικά φορολογικά συστήματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το ελληνικό μίγμα φορολογικής πολιτικής παρουσιάζει εξαιρετικές στρεβλώσεις ακόμη και σε σχέση με τα δεδομένα των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης που κατά τεκμήριο έχουν μικρότερη διάρκεια εφαρμογής.

Οι στρεβλώσεις αφορούν και τις δύο βασικές κατηγορίες φορολογικών πηγών, δηλαδή τόσο την άμεση όσο και την έμμεση φορολογία. Στην άμεση φορολογία εισοδήματος τα προβλήματα εστιάζονται στην μεγάλη αποφυγή υποβολής φορολογικών δηλώσεων και την εκτεταμένη φοροδιαφυγή που κάτι τέτοιο συνεπάγεται. Παρά τις βελτιώσεις που σημειώθηκαν πρόσφατα για να αμβλυνθούν ορισμένες επιβαρύνσεις που είχαν επιβληθεί ιδιαίτερα με το Γ΄ Μνημόνιο, η φορολογία εισοδήματος εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από έντονες στρεβλώσεις σε βάρος των μεσαίων εισοδημάτων και μεγάλη πολυπλοκότητα με τους πολλούς συντελεστές. Στόχος πρέπει να είναι η ελάφρυνση του φορολογικού βάρους και η απλοποίηση των διαδικασιών.

Ακόμα πιο εξόφθαλμη στρέβλωση παρατηρείται όμως στην έμμεση φορολογία. Σύμφωνα με τα συγκριτικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η Ελλάδα ενώ έχει τον 3ο υψηλότερο ονομαστικό κύριο συντελεστή ΦΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατατάσσεται 15η σε έσοδα από Φόρους Προστιθέμενης Αξίας ως ποσοστό του ΑΕΠ. Επιπλέον, ενώ είναι τρίτη σε έσοδα από φόρους επί της κατανάλωσης ως ποσοστό του

ΑΕΠ, κάτι που προκαλεί μια από τους μεγαλύτερους λόγους έμμεσων και άμεσων φόρων ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ, εν τέλει ο τεκμαρτός συντελεστής φορολόγησης της κατανάλωσης υπολογίζεται στο 17,7% και κατατάσσει τη χώρα μας στη 19η θέση ανάμεσα σε αυτές της ΕΕ .

Τα στοιχεία αυτά υποδηλώνουν εξαιρετικά χαμηλή εισπραξιμότητα των φόρων κατανάλωσης που επιβεβαιώνεται και από πλειάδα εγχώριων ερευνών. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το λεγόμενο «χάσμα έμμεσης φορολογίας», δηλαδή ο οφειλόμενος αλλά ανείσπρακτος από τις φορολογικές αρχές ΦΠΑ στην Ελλάδα, ήταν το 2ο μεγαλύτερο στην ΕΕ και υπολογίζεται γύρω στο 25,8% της συνολικής φορολογικής οφειλής ΦΠΑ, ήτοι 5,35 δισ. Ευρώ.

Η ανάκτηση της φορολογικής αυτής απώλειας θα δημιουργούσε σημαντικά νέα περιθώρια στην δημοσιονομική πολιτική και μία αποτελεσματική μέθοδος είναι η επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, όπως περιγράφεται στην συνέχεια.

(β) Αύξηση εσόδων έμμεσης φορολογίας και μείωση συντελεστών

Η αύξηση της αξίας των ηλεκτρονικών πληρωμών έχει θετική επίδραση όχι μόνο στην εισπραξιμότητα του ΦΠΑ, των υπόλοιπων φόρων κατανάλωσης αλλά και των φόρων εισοδήματος.

Μάλιστα οι προοπτικές για τα δημόσια έσοδα είναι πολύ μεγάλες αν συνυπολογιστεί συνδυαστικά ότι για το έτος 2019 σύμφωνα με το ΙΟΒΕ η συνολική χρήση καρτών ως ποσοστό της ιδιωτικής κατανάλωσης παραμένει 18,4 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει εκτιμήσει ότι μια αύξηση στο μερίδιο της ιδιωτικής καταναλωτικής δαπάνης που πραγματοποιείται μέσω πλαστικού χρήματος κατά μια ποσοστιαία μονάδα οδηγεί σε αύξηση των εσόδων ΦΠΑ κατά περίπου 1% το πρώτο έτος, η οποία μακροπρόθεσμα μπορεί να ανέλθει έως 6%.

Κατά συνέπεια, μία ασφαλής μέθοδος για την μείωση των υπέρμετρων επιβαρύνσεων έμμεσης φορολογίας, χωρίς τον κίνδυνο κατάρρευσης των κρατικών εσόδων, είναι η εφαρμογή πολιτικών που αυξάνουν την εισπραξιμότητα τους και δίνουν έτσι το περιθώριο μείωσης των

συντελεστών. Κλειδί σε μία τέτοια προσπάθεια είναι η απευθείας είσπραξη τους μέσω των ηλεκτρονικών συναλλαγών.

Στην Ελλάδα η επιβολή των κεφαλαιακών περιορισμών το 2015, παρά τις καταστροφικές συνέπειες σε πολλά άλλα επίπεδα, έδωσε μια σημαντική ώθηση στην αξία των ηλεκτρονικών πληρωμών και πρωτίστως αυτών που πραγματοποιούνται με τη χρήση χρεωστικών ή πιστωτικών καρτών.

Ωστόσο η χώρα μας παραμένει από τις τελευταίες στην ΕΕ σε αξία ηλεκτρονικών πληρωμών ως ποσοστό της ιδιωτικής κατανάλωσης με το ρυθμό ετήσιας αύξησης της μάλιστα να σημειώνει κάμψη παρά τα κυβερνητικά μέτρα ενίσχυσης των ηλεκτρονικών πληρωμών που υιοθετήθηκαν και από την Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ.

Η εμφανής υστέρηση της χώρας όμως είναι ταυτόχρονα και μια ευκαιρία καθώς μια σοβαρή ενίσχυση των ηλεκτρονικών πληρωμών ως ποσοστό της κατανάλωσης και εν γένει του ΑΕΠ μπορεί να εξασφαλίσει δημοσιονομικό χώρο τόσο για διόρθωση του φορολογικού μίγματος προς μια πιο κοινωνικά δίκαιη κατεύθυνση αλλά και για την εξασφάλιση πόρων για την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους.

To ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής προτείνει μια κοινωνική συμφωνία με τους πολίτες ώστε η χώρα να καταστεί μια από τις πρώτες σε αριθμό αξία ηλεκτρονικών πληρωμών ως ποσοστό της ιδιωτικής κατανάλωσης και αντιστοίχως με τα χαμηλότερα ελλείμματα ΦΠΑ.

Αυτός ο στόχος δεν είναι ακατόρθωτος. Ήδη επετεύχθη από την Πορτογαλία η οποία μέσα σε διάστημα λίγων ετών βρέθηκε από τις τελευταίες θέσεις στη χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών ανάμεσα στις πρώτες της ΕΕ, με τις πληρωμές σε ρευστό να έχουν υποχωρήσει κάτω από το 50% των συνολικών.

Για να επιτευχθεί ο στόχος απαιτούνται μια σειρά από ισχυρά κίνητρα πρωτίστως στους καταναλωτές αλλά και στις επιχειρήσεις.

Είναι προφανές ότι τα υφιστάμενα μέτρα που προβλέπει ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος, είτε αυτά που είναι συνδεδεμένα με το αφορολόγητο είτε τα θετικά κίνητρα για τους καταναλωτές που προστέθηκαν από τον ν.4876/2021 δεν είναι επαρκή.

Στη θέση τους προτείνουνε έναν μηχανισμό ανταπόδοσης τόσο σε ατομικό επίπεδο με μεμονωμένα κίνητρα στους φορολογούμενους για τις ηλεκτρονικές πληρωμές που πραγματοποιούν όσο και σε συλλογικό επίπεδο με προβλέψεις για μειώσεις των φορολογικών συντελεστών όταν

επιτευχθούν οι στόχοι αύξησης της φορολογητέας ύλης και δημοσίων εσόδων που θα προέρχεται από την αξιοποίηση των ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής τους.

Ειδικότερα για να δοθεί σημαντική ώθηση στις ηλεκτρονικές πληρωμές προτείνεται η κλιμάκωση των κινήτρων μέσω του διαχωρισμού των πληρωμών για δαπάνες με αγορές αγαθών και λήψης υπηρεσιών σε τρεις κατηγορίες, ανάλογα με το κίνδυνο φοροδιαφυγής στις κατηγορίες αυτές. Το ύψος των εκπτώσεων των ηλεκτρονικών θα κλιμακώνεται με τρόπο που οι συντελεστές που θα επιστρέφουν ακόμα και ολόκληρο τον εισπραττόμενο ΦΠΑ ως μελλοντική έκπτωση του φόρου εισοδήματος για τους φορολογούμενους στις στην κατηγορία υψηλού κινδύνου φοροδιαφυγής.

Παράλληλα ανάλογες κλιμάκωση ανά κατηγορία δαπανών θα χορηγείται και στα μερίδια της φορολοταρίας η οποία ωστόσο σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα πρέπει να μοιράζει ως «δώρα» μεγαλύτερα ποσά σε λιγότερους φορολογούμενους ή ακόμα και δώρα από τα κατασχεμένα οχήματα ή ακίνητα από την ΑΑΔΕ.

Επιπλέον κίνητρα θα χορηγηθούν και σε νομικά και φυσικά πρόσωπα που παρέχουν αγαθά και υπηρεσίες μέσω της ετήσιας κατάταξης τους σε κατηγορίες οι οποίες κλιμακωτά θα εξασφαλίζουν προνομιακή πρόσβαση σε σύστημα γρήγορης εκκαθάρισης και επιστροφής ΦΠΑ, στα συστήματα έμμεσων τεχνικών ελέγχου αλλά και συμμετοχή σε σύστημα κλήρωσης δώρων κατάλληλα για νομικά πρόσωπα όπως κατασχεμένα οχήματα ή ακίνητα.

Ένα ακόμη κίνητρο που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την προώθηση των ηλεκτρονικών πληρωμών θα μπορούσε να είναι η άμεση έκπτωση επί της αξίας ή επιστροφής μετρητών για πληρωμή με κάρτα ειδικά για τις κατηγορίες υψηλού ρίσκου φοροδιαφυγής.

Ωστόσο αυτό το μέτρο πρέπει να συνδεθεί με την ολοκλήρωση της, ουκ ολίγες φορές εξαγγελθείσας, διασύνδεσης όλων των ταμειακών μηχανών και φορολογικών μηχανισμών απευθείας με το TAXISnet. Προϋπόθεση αυτού είναι ένα αξιόπιστο σύστημα διασταυρώσεων και ελέγχων για την εξακρίβωση της ορθής χρήση των POS και της διασύνδεσης τους με τις ταμειακές μηχανές.

Όλα τα παραπάνω πρέπει να συνδυαστούν κατάλληλα και με τα κίνητρα που προσφέρονται από το τραπεζικό σύστημα για την επέκταση των ηλεκτρονικών πληρωμών σε επιχειρήσεις και καταναλωτές.

Η εφαρμογή αυτής της κοινωνικής συμφωνίας και του εθνικού στόχου για τις ηλεκτρονικές πληρωμές που προτείνει το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής μπορεί, μειώνοντας δραστικά τη φοροδιαφυγή, να αναμορφώσει το σύνολο της φορολογικής πολιτικής της χώρας αλλά και να εξασφαλίσει διαθέσιμους πόρους για τη στήριξη ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους. Υπάρχουν όμως και άλλοι τομείς όπου πρέπει να στραφεί η προσοχή των φορολογικών αρχών για να αποδοθεί μεγαλύτερη δικαιοσύνη ανάμεσα στις διάφορες κατηγορίες φορολογουμένων, όπως εξηγείται στην συνέχεια.

(γ) Εντοπισμός και φορολόγηση μεγάλου πλούτου

Στη δημόσια συζήτηση παγκοσμίως, η σοσιαλδημοκρατική προσέγγιση που κερδίζει έδαφος είναι η φορολόγηση του μεγάλου καθαρού πλούτου (δηλ. περιουσία μείον τον δανεισμό), με βάση την συνολική αξία όλων των περιουσιακών στοιχείων (χρηματοοικονομικών και μη- χρηματοοικονομικών). Βεβαίως, για να έχει πιθανότητες να εφαρμοστεί αποτελεσματικά αυτό το σύστημα, πρέπει να υπάρξει μεγαλύτερη περιουσιακή διαφάνεια, λόγω των κενών που υπάρχουν σήμερα στο περιουσιολόγιο, το κτηματολόγιο και γενικότερα στην καταγραφή του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας.

Πέραν από τις φορολογίες που επιβάλλονται στα περιουσιακά στοιχεία σε εθνικό επίπεδο, σημαντικό ρόλο παίζει σήμερα και η συμμετοχή κάθε κράτους σε διακρατικές συνεργασίες και πρωτοβουλίες για τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων στην αλλοδαπή.

Ήδη μια σειρά από διακρατικές πρωτοβουλίες υπό την εποπτεία διεθνών οργανισμών προχωρούν στον εντοπισμό και την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων και συχνά επιβάλουν σημαντική φορολογία στους πολυεθνικούς κολοσσούς. Μια άλλη κατεύθυνση πολιτικής με στόχο να μειώσει τα κίνητρα απόκρυψης πλούτου σε φορολογικούς παραδείσους προωθεί την φορολογία από κάθε κράτος σε εκείνο το τμήμα προστιθέμενης αξίας που παράγεται σε κάθε χώρα.

Όπως έδειξαν οι αποκαλύψεις φορολογικών παραδείσων που δημοσιεύτηκαν τα προηγούμενα χρόνια, υπάρχει σημαντικός αριθμός πλουσίων Ελλήνων που καταφεύγει στις δόλιες πρακτικές αποφυγής φορολογίας, στερώντας έτσι την ελληνική Πολιτεία από σημαντικούς

πόρους. Στόχος του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής είναι η συμμετοχή σε όλες τις διεθνείς πρωτοβουλίες εντοπισμού και αποκάλυψης κρυφού πλούτου και η επιβολή του αναλογούντος φόρου. Τα έσοδα από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής θα μπορούσαν έτσι να χρηματοδοτήσουν μια σειρά από κοινωνικές πολιτικές μείωσης των ανισοτήτων, αλλά επίσης και μείωσης άλλων φόρων οι οποίοι σήμερα βρίσκονται σε δυσβάστακτα υψηλά επίπεδα.

ΣΤ2. ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΘΕΣΜΟΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΠΕΛΑΤΕΙΑΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

Έχοντας δεχθεί απανωτά κύματα οικονομικής ύφεσης την περίοδο 2009- 2019 στην διάρκεια της οποίας το ΑΕΠ μειώθηκε σχεδόν κατά 24% και η κοινωνική συνοχή κλονίστηκε σοβαρά κοινωνική συνοχή, η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία αποδείχθηκε ανθεκτική στις βασικές πολιτικές λειτουργίες της και τις στρατηγικές επιλογές ένταξης στην ΕΕ και την Ευρωζώνη. Ωστόσο η παρατεταμένη οικονομική και πολιτική κρίση ανέδειξαν τα σοβαρά «υποκείμενα νοσήματα» της που διαβρώνουν την αποτελεσματικότητα της.

Οι συνταγματικοί, κοινοβουλευτικοί και διοικητικοί θεσμοί μπορεί να προσομοιάζουν με τους αντίστοιχους θεσμούς πολύ πιο ώριμων δημοκρατιών, ωστόσο οι περισσότεροι απέχουν σημαντικά από τις επιδόσεις των τελευταίων. Η αποτελεσματικότητα των θεσμών στην Ελλάδα έδειξε κατά μέσο όρο μία μικρή τάση σύγκλισης με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες, μετά το 2006 μπήκε όμως σε μια πορεία έντονης απόκλισης. Τα τελευταία χρόνια η αποτελεσματικότητα των θεσμών στην Ελλάδα απομακρύνεται ακόμα και από τον μέσο όρο των νεότερων χωρών της Ευρωζώνης, πολλώ δε μάλλον από τον αρχικό της πυρήνα.




Μέσος όρος (avg) ποιότητας θεσμών διακυβέρνησης 1996-2017.
ΕΑ11: Αρχικές χώρες Ευρωζώνης, New7: Νέες χώρες Ευρωζώνης.
Ονομασία: WBGI=World Bank Governance Indicator. Πηγή: World Bank

Αν και στην διάρκεια των Μνημονίων, αρκετές πολιτικές εφαρμόστηκαν στο όνομα της βελτίωσης των θεσμών, στην πραγματικότητα οι επιδόσεις των τελευταίων χειροτέρευσαν κατά πολύ, όπως δείχνουν οι σχετικοί διεθνείς δείκτες. Το πελατειακό κράτος και ο παρασιτικός κρατικοδίαιτος καπιταλισμός δεν ηττήθηκαν αλλά προσάρμοσαν τη δομή τους και τη λειτουργία τους στις νέες μικρότερες οικονομικές κλίμακες, παρά τις προσπάθειες να γίνουν ορισμένες μεταρρυθμίσεις που θα τις έκαναν λιγότερο πελατειακές.

Η Ελλάδα κατατάχθηκε 5η από το τέλος ανάμεσα στις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και ανάμεσα στις 37 χώρες του ΟΟΣΑ για το 2021 βάσει του τελευταίου «Δείκτη Αντίληψης για τη Διαφθορά» που εξέδωσε η Διεθνής Διαφάνεια, ενώ η βαθμολογία της την κατατάσσει μαζί με τα 2/3 των αξιολογούμενων χωρών με βαθμό κάτω από 50 (σε κλίμακα από 0 έως 100) που υποδηλώνει ότι έχουν σοβαρό πρόβλημα διαφθοράς.

Κατατάχθηκε βάσει του τελευταίου «Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου» που δημοσίευσαν το 2021 οι «Δημοσιογράφοι χωρίς Σύνορα» τρίτη από το τέλος ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ υποχωρώντας, σε ένα χρόνο κατά 5 θέσεις, στην 70η θέση στην παγκόσμια κατάταξη.

Η χώρα είναι συστηματικά ουραγός στην την ταχύτητα είναι ουραγός στην απονομή της παραμένει πολύ αργή συγκριτικά με τα ευρωπαϊκά δεδομένα όπως καταδεικνύεται από τις ετήσιες εκθέσεις «EU Justice Scoreboard» της Κομισιόν, που αξιολογούν την κατάσταση των δικαστικών συστημάτων κάθε χώρας της ΕΕ.

Επιπλέον στην ειδική έκθεση του Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ δημοσιεύτηκε στα τέλη του 2020 στην οποία περιέγραψε έντεκα προτεραιότητες για τη βιώσιμη μετάβαση στη μετά Covid-19 εποχή και επέλεξε να υπολογίσει στοχευμένα την επίδοση 37 χωρών στα πεδία αυτά στο «θεσμικό» πεδίο της «διασφάλισης ισχυρών κυβερνητικών αρχών και μακροχρόνιου οράματος για τους δημόσιους θεσμούς και κτισίματος εμπιστοσύνης των πολιτών» κατετάγη 32η από τις 37 χώρες και 19η από τις 20 αξιολογούμενες ευρωπαϊκές χώρες.

Εάν κάποιος συγκρίνει τις κατατάξεις των χωρών βάσει του δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης του ΟΗΕ και του δείκτη ανταγωνιστικότητας του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, με τους προαναφερόμενους

«θεσμικούς» δείκτες θα διαπιστώσει ότι κάποιες χώρες καταλαμβάνουν σταθερά τις υψηλότερες θέσεις σε όλες τις κατατάξεις.

Είναι λοιπόν προφανές ότι οι ώριμες δημοκρατίες καταφέρνουν να εξασφαλίσουν υψηλότερα επίπεδα εισοδήματος, περισσότερες ευκαιρίες επιτυχίας και καλύτερο βιοτικό επίπεδο για τους πολίτες τους.

Αντιθέτως σε χώρες που οι δημοκρατικοί θεσμοί είναι ανίσχυροι τους υποκαθιστούν μηχανισμοί συναλλαγής ανάμεσα στην πολιτική εξουσία, την οικονομική εξουσία και τους πολίτες.

Συνεπώς η ενδυνάμωση των δημοκρατικών θεσμών εκτός από τη βελτίωση τη ευρωστίας της δημοκρατίας έχει ευδιάκριτο οικονομικό αποτύπωμα στην οικονομική αποτελεσματικότητα και το βιοτικό επίπεδο των πολιτών.

Στην Ελλάδα οι κυριότερες και οι πιο σημαντικές δημοκρατικές τομές της έχουν την υπογραφή του ΠΑΣΟΚ. ΑΣΕΠ, Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, ΚΕΠ, Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων, Συνήγορος του Πολίτη, Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, ΕΣΡ και η Επιτροπή Ανταγωνισμού (ως πραγματικά Ανεξάρτητη Αρχή), είναι οι μεταρρυθμίσεις που συνέβαλαν στην αναβάθμιση της Δημοκρατίας μας και στην υποχώρηση του πελατειακού κράτους.

Επιπλέον η Διαύγεια, η Δημόσια Διαβούλευση, η απογραφή των Δημοσίων υπαλλήλων, η ανεξάρτητη ΕΛΣΤΑΤ, η Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (και το Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων), ο ΕΟΠΠΥ, η ηλεκτρονική συνταγογράφηση, οι Εισαγγελείς διαφθοράς και οικονομικού εγκλήματος, η άρση του τραπεζικού απορρήτου, την Αρχή για την καταπολέμηση του «μαύρου χρήματος» που θεσμοθετήθηκαν παρά το γεγονός ότι η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ διαχειριζόταν το ναυάγιο το οποίο οδήγησε την ελληνική οικονομία η Κυβέρνηση της ΝΔ το 2009 αποτέλεσαν ένα κύμα μεταρρυθμίσεων που εκσυγχρόνισαν περαιτέρω το κράτος.

Ωστόσο οι ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις υποχώρησαν μαζί με το ΠΑΣΟΚ. Τις διαδέχθηκαν ένας συνεχής εκφυλισμός τόσο από τη Νέα Δημοκρατία όσο και από τον ΣΥΡΙΖΑ με την απαξίωση των νομοθετικών διαδικασιών, την επανακομματικοποίηση της δημόσιας διοίκησης, διορισμούς μετακλητών σε θέσεις ευθύνης, την «κανονικοποίηση» των απευθείας αναθέσεων έργων και των κατά παρέκκλιση προσλήψεων, με την προσπάθεια ποδηγέτησης της πολυφωνίας στα ΜΜΕ και της Δικαιοσύνης.

Η παράταξη μας φιλοδοξεί η επιστροφή της στην διακυβέρνηση της χώρας να συνδεθεί με ένα ακόμα μεγάλο κύμα δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων που θα αλλάξουν το κράτος. Χαρακτηριστικές είναι οι εξής:

  1. Μια νέα Διαύγεια θα βελτιώσει τη διαφάνεια και τη λογοδοσία της δημόσιας διοίκησης ρίχνοντας άπλετο φως σε όλες τις λειτουργίες της διοίκησης και όχι μόνο στις δημοσιοποιημένες πράξεις της και θα επεκταθεί σε κάθε δραστηριότητα στην οποία καταλήγει δημόσιο χρήμα ή δημόσια περιουσία.
  2. Το ΑΣΕΠ θα αποκτήσει κεντρικό του ρόλου στον πλήρη εκσυγχρονισμό του συστήματος προσλήψεων στο Δημόσιο Τομέα και οι αδιάβλητες και αξιοκρατικές διαδικασίες θα γίνουν ο απόλυτος κανόνας. Στο πλαίσιο αυτό το ΑΣΕΠ θα ενισχυθεί με δύο νέες αρμοδιότητες:
    1. Παρεμπόδιση και καταπολέμηση της οικογενειοκρατίας σε όλα τα επίπεδα δημόσιας διοίκησης και διαχείρισης. Οι συντεχνιακές πρωτοβουλίες (είτε ανοιχτές είτε στα μουλωχτά) για την επιλογή παιδιών και συγγενών υπηρετούντων λειτουργών στον ίδιο κλάδο θα απαγορευτούν δραστικά, όπως και κάθε δίαυλος επηρεασμού των αποφάσεων προσλήψεων μέσω πολιτικών, κομματικών ή συνδικαλιστικών μηχανισμών. Ιδιαίτερη αυστηρότητα θα επιδειχθεί στην στελέχωση των πανεπιστημιακών σχολών, όπου ο νεποτισμός και οι προσλήψεις συγγενών ήταν πάντα σε έξαρση, αφήνοντας εκτός ιδρυμάτων άξιους υποψήφιους.
    1. Διασφάλιση διαφανών και αξιοκρατικών διαδικασιών στην αξιολόγηση και επιλογή προαγωγών στην Δημόσια Διοίκηση.

Για την δημόσια λογοδοσία θα συντάσσεται Ετήσια Έκθεση που θα αξιολογεί τις ακολουθούμενες διαδικασίες.

  • Ο πλήρης εκσυγχρονισμός του προγραμματισμού, της εκτέλεσης και της δημοσιότητας όλων των δημόσιων συμβάσεων και των στοιχείων των αναδόχων θα αποτελέσει πρώτιστη προτεραιότητα μιας αναβαθμισμένης Εθνικής Αρχής Δημόσιων Συμβάσεων.
  • Η νομοθετική διαδικασία θα εκσυγχρονιστεί και θα αναβαθμιστεί με ένα πιο διαδραστικό δημόσιο διάλογο με τους πολίτες και τους κοινωνικούς εταίρους γύρω τόσο από την πρωτογενή όσο και τη δευτερογενή νομοθεσία. Οι τροπολογίες θα περιοριστούν πλέον μόνο στον Συνταγματικά προβλεπόμενο ρόλο τους.
  • Η αναβάθμιση της Δικαιοσύνης δεν θα περιοριστεί πλέον μόνο στα ψηφιακά εργαλεία αλλά σε συνεργασία με το δικαστικό σώμα θα προωθηθεί και η αναγκαία αναδιοργάνωση και θεσμική ενίχυση και θωράκιση της.
  • Τα ψηφιακά εργαλεία δεν θα περιορίζονται σε ηλεκτρονικές βεβαιώσεις και πιστοποιητικά. Όλος ο Δημόσιος Τομέας θα μετατραπεί σε μια μεγάλη πηγή ανοικτών δεδομένων που θα διευκολύνουν τη ζωή και τις αποφάσεις και τη δραστηριότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων και πρωτίστως τον έλεγχο της εξουσίας από τους πολίτες και από το ΜΜΕ.

Έτσι θα κοπεί και κάθε δυνατότητα να υπάρχει ανάγκη επίσπευσης υποθέσεων και μεσαζόντων που τις εξασφαλίζουν.

Το ΠΑΣΟΚ έχει αδιαμφισβήτητα ιστορικά τεκμήρια ότι μπορεί να πετύχει τις μεγάλες δημοκρατικές τομές και σύντομα θα τα μετουσιώσει ξανά σε δημιουργική μεταρρυθμιστική δράση.

ΣΤ3. ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΡΙΣΕΩΝ

Εκτός από τις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές κρίσεις, οι κοινωνίες και τα κράτη βρίσκονται τα τελευταία χρόνια απέναντι σε μια διαρκή κατάσταση προκλήσεων και διαταραχών τις οποίες καλούνται να διαχειριστούν και να αποτρέψουν τις αρνητικές συνέπειες που θα μπορούσαν να έχουν. Από την έξαρση των συνεπειών την κλιματικής κρίσης και τις φυσικές καταστροφές μεγάλης έκτασης μέχρι την πανδημία Covid-19 και από τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία έως τις ελλείψεις εφοδιασμού στην ενέργεια και την διατροφική αλυσίδα.

Όπως είναι φυσικό, οι κρίσεις δεν μπορούν να διευθετηθούν μέσω της αποτελεσματικότητας των αγορών, πρώτον επειδή δεν διαθέτουν τους κατάλληλους μηχανισμούς παρέμβασης και – όπερ το κυριότερο – για πολλούς από αυτούς τους κινδύνους λειτουργούν περισσότερο ως πολλαπλασιαστές.

Η άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση των έκτακτων καταστάσεων συνιστά πρόκληση για ολόκληρο το σύγχρονο κράτος και τις δομές του και πρέπει να αποτελεί διαρκή επιχειρησιακή μέριμνα και πεδίο διαρκών επενδύσεων του απαιτούμενου εξοπλισμού και ετοιμότητας του στελεχιακού δυναμικού. Δηλαδή, να αποτελεί έναν αξιόπιστο αλλά και ευέλικτο μηχανισμό πρόβλεψης, πρόληψης και αντιμετώπισης των προβλημάτων. Αλλιώς οι Κυβερνήσεις θα αυτοσχεδιάζουν υπό την απειλή των έκτακτων συνθηκών και την πίεση της κοινής γνώμης επιλέγοντας, όπως έχει αποδειχτεί στο παρελθόν, αλυσιτελείς, μη- βιώσιμες και ακριβές λύσεις.

Η ελληνική Δημόσια Διοίκηση δυστυχώς αποδεικνύεται ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν διαθέτει αξιόπιστα σχέδια και μηχανισμούς διαχείρισης, παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίζει πολλαπλές και σύνθετες κρίσεις επί μια σχεδόν δεκαπενταετία. Όταν εκ των υστέρων ερευνάται αν υπήρχαν αξιόπιστα επιχειρησιακά σχέδια και μηχανισμοί ανταπόκρισης, διαπιστώνεται ότι είτε δεν είχαν συνταχθεί ποτέ, είτε βασιζόταν σε ξεπερασμένες εκτιμήσεις, ή ακόμη τα στελέχη Πολιτικής Προστασίας δεν είχαν προλάβει να εκπαιδευτούν κατάλληλα. Αυτός είναι και ο λόγος που η Ελλάδα βρίσκεται να υστερεί τρομακτικά στην αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων, ενώ σε πολλές περιπτώσεις ο εξοπλισμός είναι επαρκής και σύγχρονος.

Η διασπορά αρμοδιοτήτων και η απουσία ενός κεντρικού μηχανισμού με πλήρη επιχειρησιακή ευθύνη πολλαπλασιάζει τις αδυναμίες και συχνά

οδηγεί στην κατάρρευση, όπως δείχνουν τα περιστατικά στο Μάτι και την Μάνδρα κατά την διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στις περιπτώσεις της «Μήδειας», στις πρωτοφανούς έκτασης πυρκαγιές του καλοκαιριού του 2021, στον «Μπάλο» και την χιονόπτωση του 2022 της «Ελπίδας» κατά την πρόσφατη διακυβέρνηση της ΝΔ.

Το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας που δημιουργήθηκε μετά τις πυρκαγιές του καλοκαιριού του 2021 ήταν περισσότερο μια βεβιασμένη απόκριση στην πίεση της επικαιρότητας παρά το αποτέλεσμα σοβαρής μελέτης και οργάνωσης. Παρομοίως, το πρόγραμμα «Βορέας» και ο ανεφάρμοστος «Εθνικός Μηχανισμός Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων» που θεσμοθετήθηκαν τον Φεβρουάριο του 2020 παραμένουν ακόμα στα χαρτιά και καμμία λύση δεν εκόμισαν στα χρόνια προβλήματα της πολιτικής προστασίας.

Επιπλέον η σημερινή Κυβέρνηση δεν κατάφερε να βρει αποτελεσματικούς μηχανισμούς δημοσιονομικής παρέμβασης για τη διαχείριση κρίσεων, όπως φαίνεται από τις αργές και χωρίς ουσιαστικά κριτήρια πολιτικές αποζημίωσης που ακολουθούν κάθε εκδήλωση κρίσης και καταστροφών. Κορυφαίο πρόσφατο παράδειγμα, η χώρα να έχει δαπανήσει ένα από τα μεγαλύτερα πακέτα οικονομικής στήριξης παγκοσμίως για την αντιμετώπιση της κρίσης Covid-19, σημειώνοντας όμως δυσανάλογα χαμηλή οικονομική επίδοση στη διετία 2020-2021 σε σύγκριση με την πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών. Το πιο διάσημο παράδειγμα προεκλογικής εκμετάλλευσης των αποζημιώσεων παραμένει φυσικά το σκάνδαλο με τα τριχίλιαρα στις πυρκαγιές της Ηλείας το 2007, για τα οποία μάλιστα τα στελέχη της ΝΔ πρόσφατα επαίρονταν απροκάλυπτα τον Φεβρουάριο του 2022.

Το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής προτείνει τη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης πολιτικής διαχείρισης κρίσεων, η οποία θα καλύπτει όχι μόνο τα ζητήματα Πολιτικής Προστασίας και Εθνικής Άμυνας αλλά θα συνδράμει και σε άλλα κρίσιμα πεδία δημόσιας πολιτικής.

Στην σημερινή εποχή η χώρα πρέπει να έχει ολοκληρωμένη πολιτική και μηχανισμούς αντίδρασης και για τις περιπτώσεις ενεργειακών κρίσεων, διατροφικών κρίσεων, κρίσεων υδάτινων πόρων, υγειονομικών κρίσεων, μεταναστευτικών κρίσεων και διαχείρισης κρίσεων σε περιόδους τουριστικής σεζόν οπότε στη χώρα βρίσκονται ταυτόχρονα ορισμένες φορές και εκατομμύρια πολίτες από άλλες χώρες.

Η πολιτική διαχείρισης πρέπει να προσεγγίζει τους δυνητικούς κινδύνους μέσα από το τρίπτυχο: κίνδυνος, έκθεση και ευαλωτότητα (hazard, exposure and vulnerability) που προτείνει ο ΟΗΕ. Επιπλέον οι κίνδυνοι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται περιπτωσιολογικά και μεμονωμένα αλλά μέσα από μια λογική διασύνδεσης των περιβαλλοντικών, γεωπολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών, κοινωνικών και τεχνολογικών κινδύνων όπως προτείνει το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπάρξει ανάλογη προσαρμογή στη λειτουργία και την προετοιμασία του κρατικού μηχανισμού με επιχειρησιακές αρμοδιότητες που διατρέχουν οριζόντια το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας (ΚΥ.Σ.Ε.Α.) και εκτείνονται από το Υπουργικό συμβούλιο έως τα εποπτευόμενα νομικά πρόσωπα των ΟΤΑ.

Οι μηχανισμοί έκτακτης ανάγκης δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν ελατήρια που ενεργοποιούνται εάν και όταν επέλθει μια κρίση, αλλά να βρίσκονται διαρκώς σε εγρήγορση ανάληψης δράσης και έτοιμοι να κλιμακώσουν τη δράση τους αξιοποιώντας διαθέσιμους πόρους και μέσα, όπως συμβαίνει με τις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας. Αυτό σημαίνει επίσης ότι οι αντίστοιχες δομές τους σε κάθε επίπεδο του κράτους και της αυτοδιοίκησης θα πάψουν να είναι «υπηρεσίες- ψυγεία» ανεπιθύμητων υπαλλήλων και στελεχών αλλά αναβαθμισμένες δομές έμπειρων επιχειρησιακών στελεχών που διαμορφώνουν και εφαρμόζουν κρίσιμες δημόσιες πολιτικές.

Παράλληλα πρέπει να ετοιμαστούν διυπουργικά και διατομεακά σχέδια έκτακτης ανάγκης επιχειρησιακά σχέδια βασισμένα πάνω σε διαφορετικά σενάρια για κάθε επίπεδο κινδύνου. Τα σχέδια αυτά θα συνδέοντα προφανώς και με τα σχέδια Πολιτικής Σχεδίασης Εκτάκτου Ανάγκης (ΠΣΕΑ) του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και με ένα επικαιροποιημένο και ενισχυμένο Γενικό Σχέδιο Πολιτικής Προστασίας «Ξενοκράτης».

Τα σχέδια που πρέπει να καταρτιστούν προφανώς πρέπει να διαμορφωθούν λαμβάνοντας υπόψη το σχετικά ευρωπαϊκά πλαίσια, δεν θα είναι όμως απλά εγχειρίδια (manuals) έκτακτης ανάγκης τα οποία ανοίγουν οι ιθύνοντες όταν εμφανίζονται οι κρίσεις. Είναι κρίσιμο να βασίζονται στην παραδοχή ότι ο κίνδυνος που θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε θα είναι πρωτότυπος και πρέπει να αντιμετωπιστεί με εθνικούς πόρους και μέσα. Κατά συνέπεια, η κατάρτιση τους δεν μπορεί να είναι μια στατική διαδικασία αλλά πρέπει να εμπεδωθεί ότι απαιτείται συνεχής επικαιροποίηση με βάση τα νέα δεδομένα.

Η διαμόρφωση του πλαισίου μηχανισμών και σχεδίων πρέπει και μπορεί να χρηματοδοτηθεί από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Άλλωστε με αυτόν τον τρόπο θα αποκτήσει ουσία η λέξη «ανθεκτικότητα» στον τίτλο του Εθνικού Προγράμματος.

Προφανώς στον πυρήνα αυτής της πολιτικής βρίσκεται η Πολιτική Προστασία που ως κεντρική δημόσια πολιτική που αφορά την ζωή και την περιουσία των Ελλήνων, ιδιαίτερα αυτών των πιο ευάλωτων. Η σοβαρή αναδιοργάνωση και αναβάθμιση του Πυροσβεστικού Σώματος, με αξιοποίηση του εθελοντικού κινήματος, μακριά από πελατειακές πρακτικές και διευθετήσεις, είναι αυτονόητος στόχος.

Ωστόσο η εμπειρία της πανδημίας ανέδειξε το γεγονός ότι η Πολιτική Προστασία, δεν περιορίζεται μόνο στην άμεση αντίδραση της Πολιτείας σε φαινόμενα φυσικών καταστροφών αλλά εν γένει στην προστασία της ασφάλειας των πολιτών.

Είναι όμως πλέον εμφανές ότι η πρόληψη και η αντιμετώπιση των κινδύνων πρέπει να γίνεται από μηχανισμούς στο πλησιέστερο στον πολίτη σημείο, δηλαδή στον Δήμο και την Περιφέρεια. Στο πεδίο αυτό είναι επιτακτική ανάγκη να υπάρξει χαρτογράφηση των κινδύνων ανά περιοχή και να γίνει αποκέντρωση ευθυνών. Ο κεντρικός συντονισμός παραμένει για την γενική επιχειρησιακή διάταξη και την κατανομή των πόρων στα σημεία μεγαλύτερης ανάγκης.

Η ολοκληρωμένη πολιτική διαχείρισης κρίσεων, πέρα όμως από σχέδια και μηχανισμούς πρόληψης αντιμετώπισης κινδύνων και κρίσεων πρέπει να περιλαμβάνει και αξιόπιστούς μηχανισμούς αποκατάστασης ζημιών, που δεν περιορίζονται στην χορήγηση επιδομάτων και αποζημιώσεων με βάση τις μικροπολιτικές επιλογές της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας.

Στο επίπεδο αυτό προτείνεται η θεσμοθέτηση Ταμείου Ασφάλισης απέναντι στις φυσικές καταστροφές, με συμπληρωματική λειτουργία με τον ιδιωτικό τομέα, προκειμένου να θωρακιστούν τα νοικοκυριά από τα ακραία καιρικά φαινόμενα, στα πρότυπα αντίστοιχων ταμείων υπάρχουν σε άλλες χώρες, κυρίως για την προστασία από σεισμούς αλλά και άλλες φυσικές καταστροφές.

ΣΤ4. ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ

Περισσότερες θέσεις Εργασίας με κανόνες και αξιοπρέπεια

Στρατηγικός Στόχος η ΠΛΗΡΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

  • Ρήτρα Απασχόλησης σε κάθε Κυβερνητική πράξη ή Νόμο, που αφορά την ανάπτυξη και τις επενδύσεις.
  • Κίνητρα για νέες θέσεις εργασίας στο ιδιωτικό τομέα.
  • «Εγγύηση Μαθητείας» για τους νέους, ώστε με την κατάλληλη θεωρητική και πρακτική άσκηση, να αναβαθμίσουν τα προσόντα τους.

Αποκατάσταση του αισθήματος «ασφάλειας» του εργαζόμενου.

  • «Κοινωνικό Συμβόλαιο της Ψηφιακής Εποχής» για την ενίσχυση της πρόσβασης όλων στην γνώση και στις νέες τεχνολογίες.
  • Πρόγραμμα «Δια Βίου Απασχόλησης» με συνεργασία κράτους- κοινωνικών εταίρων-εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, ώστε να παρέχεται η αναγκαία συνεχής κατάρτιση των εργαζόμενων και να διασφαλίζονται οι θέσεις εργασίας.
  • Κατάργηση των εργασιακών νόμων της ΝΔ και συμφωνία της Πολιτείας με τους Κοινωνικούς Εταίρους για Νέα Ρύθμιση στις εργασιακές σχέσεις, που εξασφαλίζει την ομαλή και με κανόνες προσαρμογή στις νέες συνθήκες.

Αναβάθμιση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας. Μηδενική ανοχή απέναντι στην μαύρη και αδήλωτη εργασία.

Δουλειές με δικαιώματα και αξιοπρέπεια.

  • Άμεση αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ και εν συνεχεία καθορισμός του από τους κοινωνικούς εταίρους μέσω της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.
  • Υποχρεωτικότητα και καθολική εφαρμογή των Κλαδικών Συλλογικών Συμβάσεων.
  • Στήριξη των συνδικαλιστικών ελευθεριών, και ενίσχυση του κοινωνικού διαλόγου.

Πλήρη    Δικαιώματα   στους    εργαζόμενους   με    τηλεργασία,   στις πλατφόρμες και στις υπηρεσίες delivery.

Καμία ανοχή σε κάθε είδους διάκριση στους χώρους δουλειάς.

Καμία παραβίαση των δικαιωμάτων της μητέρας. Καμία ανοχή σε φαινόμενα σεξουαλικής παρενόχλησης.

Κανένα παιδί έξω από βρεφονηπιακούς σταθμούς και ΚΔΑΠ.

Παράλληλα

  • Ανοίγουμε τον διάλογο για τη μελλοντική μείωση του χρόνου εργασίας, στο πλαίσιο της εξέλιξης των νέων τεχνολογιών, της αυτοματοποίησης και ρομποτικής, ώστε οι νέες τεχνολογίες να αξιοποιηθούν τόσο για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, όσο και για την βελτίωση της ποιότητας ζωής των εργαζόμενων.

ΣΤ5. ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ

Μετά την τριετή δοκιμασία της πανδημίας, έχει πλέον καταστεί εθνική ανάγκη να πραγματοποιηθεί αναμόρφωση και αναγέννηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Στόχος θα είναι η επάρκεια και αξιοπιστία του ως πυλώνα παροχής υγειονομικής ασφάλειας και ποιότητας ζωής για τους πολίτες καθώς και ως κριτήριο ελκυστικού προορισμού της χώρας μας προς κάθε βραχυχρόνιο ή μακροχρόνιο επισκέπτη, φιλοξενούμενο, εργαζόμενο ή επενδυτή.

Προτείνεται μια ουσιαστική μεταρρυθμιστική τομή με στροφή στην από- νοσοκομειοποίηση του ΕΣΥ μέσω:

1. Ένα   οργανωμένο  σύστημα   Πρωτοβάθμιας  Φροντίδας  Υγείας (ΠΦΥ).

Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ) πρέπει να αποτελεί το βασικό κορμό κάθε συστήματος υγείας, παρέχοντας περίθαλψη, πρόληψη και φροντίδα. Η έλλειψη οργανωμένης ΠΦΥ αποτελεί τη βασικότερη πηγή προβλημάτων στο σύστημα υγείας γιατί οδηγεί τους ασθενείς απευθείας στις ανώτερες βαθμίδες περίθαλψης, αποσπά τα νοσοκομεία από την πραγματική τους αποστολή και αυξάνει το κόστος υγείας ανά ασθενή. Χρειάζεται να δοθεί έμφαση στην πρόληψη αλλά και στην χαρτογράφηση του πληθυσμού (βιοτικό επίπεδο, χρόνια νοσήματα, εξαρτήσεις από ουσίες κλπ.), για να αποκτηθεί γνώση η οποία θα κατευθύνει τη λήψη αποφάσεων στις πολιτικές υγείας. Όπως επίσης και η ανάπτυξη μέσα στο ΕΣΥ των σύγχρονων τομέων πρόληψης νοσημάτων και μεθόδων θεραπείας όπως η Ψυχική Υγεία, η Διαιτολογία και η Σωματική Αγωγή.

2. Σύγχρονες και καινοτόμες μονάδες περίθαλψης εκτός νοσηλευτικών ιδρυμάτων

Αφορά την νοσηλεία στο σπίτι, μονάδες ημερήσιας νοσηλείας, κέντρα αποκατάστασης, μονάδες χρονίως πασχόντων και άλλα. Στο συγκεκριμένο πεδίο μπορούν να εφαρμοστούν πολιτικές συνεταιρικότητας του ΕΣΥ με την αυτοδιοίκηση, φορείς της κοινωνίας των πολιτών και της κοινωνικής οικονομίας.

3. Συστήματα ηλεκτρονικής υγείας και ψηφιακών εφαρμογών.

Η Ελλάδα σήμερα υστερεί στη χρήση σύγχρονων τεχνολογιών στον τομέα της υγείας αλλά μπορεί εύκολα να αναπτύξει υπηρεσίες τηλεϊατρικής, τηλε- συμβουλευτικής και τηλε-παρακολούθησης ασθενών. Η επένδυση στις ψηφιακές υποδομές μπορεί να βελτιώσει θεαματικά το χάσμα παροχής ποιοτικής περίθαλψης ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια, να προσελκύσει αξιόλογο επιστημονικό προσωπικό και να αποτελέσει τομέα συνεχούς έρευνας, ανάπτυξης εφαρμογών και καινοτομίας στο χώρο της υγείας. Επιπλέον η ψηφιοποίηση θα ενισχύσει σημαντικά την διαφάνεια σε όλους τους τομείς, την αξιοπιστία του συστήματος, την εμπιστοσύνη μεταξύ του επιστημονικού- υγειονομικού προσωπικού και των ασθενών καθώς και στην σημαντική εξοικονόμηση πόρων.

4. Λειτουργία Ανεξάρτητων Μηχανισμών Αξιολόγησης

Παράλληλα για τον ποιοτικό εκσυγχρονισμό και την βελτίωση λειτουργίας των δομών και λειτουργιών του ΕΣΥ προτείνεται η εισαγωγή αξιολόγησης με αντικείμενο τις διαδικασίες ελέγχου ποιότητας των μονάδων υγείας καθώς και την διαπίστωση της επαρκούς στελέχωσης και κατανομής του υγειονομικού δυναμικού. Η Ελλάδα πρέπει να αποκτήσει διεθνώς συγκρίσιμα δεδομένα για βασικούς δείκτες ποιότητας της υγειονομικής περίθαλψης, όπως αποτρέψιμες νοσηλείες, καθώς και θνησιμότητα έπειτα από εισαγωγή στο νοσοκομείο για ορισμένες παθήσεις. Αύξηση των κλινικών ημερήσιας φροντίδας (ή νοσηλείας μιας μέρας) που θα αποσυμφορήσει τις υπάρχουσες δομές.

  • Συστήματος συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα με την ανάπτυξη ΣΔΙΤ τόσο στον τομέα των κατασκευής νέων υποδομών όσο και στον τομέα της διοίκησης.

Ανάπτυξη συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα υγείας όπως με συμβάσεις με ιδιωτικές κλινικές, συμβάσεις διαχείρισης ή μίσθωσης εξοπλισμού, ή συμβάσεις εκχώρησης.

  • Θεσμοθέτηση χάρτας δικαιωμάτων ασθενών και Συνηγόρου του Ασθενούς.

ΣΤ6. ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ

(α) Αντιστροφή της υστέρησης

Η παιδεία είναι πρώτιστο κοινωνικό αγαθό, εστία πολιτισμού και πηγή προόδου. Κάθε Πολιτεία από την παιδεία αρχίζει την συγκρότηση της και στην παιδεία καταλήγει κάθε μακρόπνοη επιλογή της.

Στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή η παιδεία συγκροτεί κρίσιμο πεδίο μετασχηματισμών, θεωρήσεων και συμπεριφορών, που οδηγούν στην 4η Βιομηχανική Επανάσταση, τις νέες τεχνολογίες, τον ψηφιακό κόσμο και την πράσινη ανάπτυξη. Το σχολείο αποτελεί το καθοριστικό στοιχείο ενσωμάτωσης των νέων σε αυτή την διαδικασία παρέχοντας γνώσεις και δεξιότητες, αλλά επίσης και ένα σύστημα αξιών στους αυριανούς πολίτες.

Βασική θέση της σοσιαλδημοκρατικής πρότασης μας, είναι ότι το σύγχρονο σχολείο δεν πρέπει μόνο να εκπαιδεύει αλλά και να διαπαιδαγωγεί. Για αυτό άλλωστε είναι βασική μας δέσμευση η ουσιαστική στήριξη με ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους της Δημόσιας και Δωρεάν Παιδείας, σε συνδυασμό όμως με μια αδιάκοπη προσπάθεια αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας τους, εξύψωση των παρεχόμενων γνώσεων και επέκταση της μάθησης σε νέες περιοχές.

Με τις προϋποθέσεις αυτές, το κόστος της παιδείας δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως λειτουργική δαπάνη αλλά ως κρίσιμη επένδυση για το μέλλον της χώρας με υψηλή προστιθέμενη αξία, ισχυρό κοινωνικό αντίκρισμα, πολλαπλή επίδραση στην οικονομία και στην παραγωγή και αξιακό όφελος για την κοινωνία και την δημοκρατία. Για αυτό προτείνουμε αναπτυξιακές εκπαιδευτικές πολιτικές με σημαντική και στοχευμένη οικονομική ενίσχυση του συστήματος!

Με βάση μια σειρά από δείκτες επιδόσεων, το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας μας φαίνεται να υστερεί σημαντικά τόσο στον εκπαιδευτικό του ρόλο όσο και στην παιδαγωγική διάσταση και γενικότερα στην καλλιέργεια σύγχρονων κοινωνικών προτύπων και συμπεριφορών. Οι χαμηλές εκπαιδευτικές επιδόσεις αποτυπώνονται στις εκθέσεις PISA που διενεργεί ο ΟΟΣΑ αλλά φαίνονται επίσης και στους δείκτες «καλλιέργειας κριτικής σκέψης στη διδασκαλία» που συμπεριλαμβάνεται στον δείκτη ανταγωνιστικότητας του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ. Η διάδοση αντικοινωνικών συμπεριφορών και προτύπων αντανακλάται έμμεσα με την έξαρση που παρατηρείται σε μια σειρά από δείκτες όπως ο υψηλός αριθμός θυμάτων σχολικού bulling ή τα υψηλά επίπεδα παχυσαρκίας των παιδιών και έλλειψης φυσικής άσκησης.

Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η διπλή αποτυχία καταγράφεται την ίδια στιγμή που η αναλογία εκπαιδευτικών προς μαθητές είναι από τις ευνοϊκότερες παγκοσμίως και θα έπρεπε ο διαθέσιμος χρόνος εκπαίδευσης να είναι μεγαλύτερος και πιο στοχευμένος ανά μαθητή. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι Έλληνες εκπαιδευτικοί δεν υστερούν σε τυπικά προσόντα σε σχέση με τους συναδέλφους τους στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, υποδηλώνει ότι σε πολλές περιπτώσεις ο συνδυασμός εκπαίδευσης/διαπαιδαγώγησης έχει πρακτικά εγκαταλειφθεί ή εφαρμόζεται μόνο περιστασιακά.

Είναι λοιπόν προφανές ότι το εκπαιδευτικό σύστημα πάσχει από λάθος στόχευση και πλημμελή οργάνωση, ενώ και τα δύο εντείνονται από την συστηματική υποχρηματοδότηση που εφαρμόστηκε οριζόντια και χωρίς αξιολόγηση την περίοδο των Μνημονίων.

Τα προβλήματα αυτά οξύνθηκαν από τις ετερόκλητες αλλά εξίσου αναποτελεσματικές πολιτικές που ασκήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Είτε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με την εμμονή του σε διαδικασίες φαινομενικής αναβάθμισης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων χωρίς καμμία ουσιαστική αξιολόγηση, είτε από την κυβέρνηση της ΝΔ που προωθεί μια σειρά από αλλαγές χωρίς να επιδιώκει την παραμικρή συναίνεση με άλλες πολιτικές δυνάμεις, μαθητές, εκπαιδευτικούς και εν γένει την κοινωνία.

(β) Ένας νέος εθνικός διάλογος

Αντιθέτως για το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής η Παιδεία είναι εθνική υπόθεση. Για αυτό δεσμευόμαστε να προχωρήσουμε όλες τις προτάσεις μας μετά από ανοιχτή δημόσια συζήτηση και επιδιώκοντας τη μέγιστη δημοκρατική νομιμοποίηση, αναγνωρίζοντας ότι μόνο έτσι θα εξασφαλιστούν σημαντικά και μακροπρόθεσμα οφέλη για την ελληνική κοινωνία.

Βασική επιλογή μας είναι η επανασύσταση του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας το οποίο ως ανεξάρτητο όργανο θα συμβάλει στην ανάδειξη όλων βασικών προτεραιοτήτων και θα συντονίζει ένα συνεχή εθνικό διάλογο για μεταρρυθμιστική πολιτική στην εκπαίδευση.

Για την αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος προτείνουμε να τεθούν στον δημόσιο διάλογο οι εξής τέσσερις μεταρρυθμίσεις:

  1. Εθνικό Απολυτήριο. Αποκτάται με πανελλήνιες εξετάσεις σε βασικό κορμό μαθημάτων, στις οποίες συμμετέχουν οι απόφοιτοι Λυκείων. Δεν

είναι μόνο το κύριο προαπαιτούμενο για την πρόσβαση στην Ανώτατη Εκπαίδευση αλλά και βασικό εργαλείο για την αναμόρφωση και την διαρκή αξιολόγηση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Στο πλαίσιο αυτό θέτουμε και τον στόχο με το τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης οι μαθητές να έχουν πιστοποίηση γνώσεων στην Πληροφορική και σε μία Ξένη Γλώσσα.

  • Εθνικό Πτυχίο: Αντίστοιχη μεταρρύθμιση όμως χρειάζεται και η τριτοβάθμια εκπαίδευση. Για αυτόν τον λόγο δίπλα στον θεσμό του Εθνικού Απολυτήριου προτείνουμε και την απόκτηση «εθνικού πτυχίου» που θα πιστοποιεί την ακαδημαϊκά προσόντα όλων των αποφοίτων παρεμφερών σχολών και τμημάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Με τον τρόπο αυτό θα αντιμετωπιστεί το μεγάλο πρόβλημα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος να μην διαθέτει βάση σύγκρισης προσόντων και γνώσεων μεταξύ ομοειδών αποφοίτων από διαφορετικά ιδρύματα. Με την σειρά της αυτή η έλλειψη σύγκρισης προκαλεί σύγχυση στην αγορά εργασίας και οδηγεί σε λανθασμένες αποφάσεις επιλογής προσωπικού στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.
  • Στο ίδιο πλαίσιο αυτό προτείνουμε την αναβάθμιση του ρόλου της Αρχής Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ). Είναι εξαιρετικά σημαντικό η Αρχή να ενισχυθεί με όλα εκείνα τα θεσμικά εργαλεία που θα την βοηθήσουν για να αξιολογεί με συστηματικό τρόπο όλα τα τριτοβάθμια Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και να τους παρέχει τις απαραίτητες κατευθύνσεις για να προσαρμοστούν στις δυναμικές σύγχρονες εκπαιδευτικές ανάγκες. Η ΑΔΙΠ καταστρώνει συγκριτικό πίνακα με τις αξιολογήσεις της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και δημοσιεύει τα αποτελέσματα της σε ετήσια ΄Εκθεση.
  • Αναβάθμιση της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης. Η αναβάθμιση και ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης τόσο με ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους αλλά πρωτίστως με αναβαθμισμένα προγράμματα σπουδών και προγράμματα μαθητείας αποτελεί μία κρίσιμη προϋπόθεση για την συνολική βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος στην χώρα μας και την ανάγκη διάθεσης εξειδικευμένων στελεχών σε σύγχρονους τομείς τεχνολογίας και καινοτομίας. Για την επιτυχία αυτού του στόχου θεωρούμε ότι πρέπει να υπάρχουν αναβαθμισμένα

επαγγελματικά δικαιώματα για τους αποφοίτους της και μία αμφίδρομη κινητικότητα με τις δομές της Ανώτατης Εκπαίδευσης.

Για την προσέλκυση φοιτητών από όλες τις κοινωνικές κατηγορίες, προτείνουμε να ληφθούν μέτρα οικονομικής ενίσχυσης οικογενειών με παιδιά φοιτητές ή καταρτιζόμενους στην επαγγελματική εκπαίδευση (όπως η έκπτωση φορολογίας ή η αύξηση του αφορολόγητου για γονείς φοιτητών και σοβαρή στεγαστική συνδρομή), παράλληλα με τις υποτροφίες αριστείας».

(γ) Οι παιδαγωγικοί στόχοι

Ωστόσο πέρα από τους εκπαιδευτικούς στόχους που θέτουμε βάζουμε δίπλα σε αυτούς και τους κρίσιμους παιδαγωγικούς στόχους της παιδείας.

Όραμα μας η αρμονική συμπόρευση των κρίσιμων εκείνων πολιτικών και παρεμβάσεων που θα κάνουν τους νέους του σήμερα ικανούς να ανταποκριθούν στις προκλήσεις του μέλλοντος τόσο ως εργαζόμενοι αλλά ταυτόχρονα ως πολίτες. Γιατί η Σοσιαλδημοκρατία επιζητά πολίτες, που συμμετέχουν ενεργά στο δημόσιο βίο.

Γιατί για την παράταξη μας η παιδεία συνδέεται εκτός από τη μόρφωση και την προαγωγή του ορθολογισμού, και με τη συνεχή εμβάθυνση της δημοκρατίας και τη διαρκή ενίσχυση της «ανοιχτής κοινωνίας».

Η πρότασή μας εστιάζει σε ένα Σχολείο του Πολιτισμού και της Παιδείας, της Τέχνης και της Αγωγής. Ένα σχολείο το οποίο – χωρίς να μειώνει την παιδευτική απόλαυση της μάθησης και τη χαρά της γνώσης – προάγεται η πνευματική ελευθερία και η θετική στάση για τη ζωή, εξανθρωπίζεται ο πολίτης και διαμορφώνει συνειδήσεις αλληλεγγύης, αλληλοσεβασμού, ανεκτικότητας και αντιλήψεις πολιτικής και οικολογικής δράσης. Ένα σχολείο που προάγει τη συνεργατικότητα, τη δημιουργικότητα, την καινοτομία, την ευρωπαϊκή διάσταση της εκπαίδευσης, την αγωγή υγείας, τη σεξουαλική αγωγή, τη διαπολιτισμική εκπαίδευση, την περιβαλλοντική εκπαίδευση, την αισθητική αγωγή, τη βιβλιοφιλία, την έρευνα.

Φυσικά αυτό προϋποθέτει έμφαση στην Προσχολική Αγωγή με στόχο την ισότιμη ένταξη όλων των παιδιών στην Ελληνική Παιδεία και Κοινωνία με συστηματικές ευκαιρίες προσωπικής ανάπτυξης και καλλιέργειας.

Παράλληλα οι υποστηρικτικές πολιτικές για την Ειδική Αγωγή θα υπηρετούνται από ένα σχολείο για όλους που μπορεί να διαφοροποιήσει και να προσαρμόσει το εκπαιδευτικό του πρόγραμμα, ανάλογα με τις δυνατότητες του μαθητή.

Όμως το όραμα μας είναι το εκπαιδευτικό σύστημα να μην υπηρετεί μόνο μαθητές, εκπαιδευόμενους και φοιτητές. Ο ρόλος τους θα είναι να προάγει συστηματικά, σε συνέργεια με τις υφιστάμενες δομές, την Κατάρτιση και εν γένει τη Διά Βίου Μάθηση που στοχεύουν αφενός στην ικανοποίηση της ανάγκης για εφ’ όρου ζωής πρόσβαση στη γνώση, και αφετέρου αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης, ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού και διατήρησης της απασχόλησης

Τέλος είναι προφανές ότι η πανδημία κατέδειξε με τον πιο έντονο τρόπο το πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του εκπαιδευτικού και του πανεπιστημιακού δασκάλου: ως παιδαγωγού, ως επιστήμονα, ως συνδημιουργού του μέλλοντος της νέας γενιάς.

Για την παράταξη μας ο ρόλος του εκπαιδευτικού και του πανεπιστημιακού καθηγητή είναι κεντρικός και πρέπει να ενισχυθεί με τις αναγκαίες πρωτοβουλίες για να αναδειχθεί η παιδαγωγική λειτουργία του αλλά και για να ενθαρρυνθεί η αυτενέργεια των εκπαιδευτικών, δασκάλων και καθηγητών μέσα από ολόπλευρη οικονομική και επαγγελματική στήριξη τους, με προτεραιότητα στην επιμόρφωσή τους, και με ενίσχυση της ακαδημαϊκής ελευθερίας των πανεπιστημιακών καθηγητών.

Ένα νέο πλαίσιο διαλόγου και συνεργασίας της Πολιτείας, του Εκπαιδευτικού Δυναμικού και του μαθητικού και φοιτητικού κινήματος θα θεμελιώσει την Παιδεία που έχει ανάγκη η πατρίδα μας τον 21ο αιώνα.

Πες τη γνώμη σου

Για να δεις τα σχόλια και να έχεις πρόσβαση σε όλες τις δυνατότητες της πλατφόρμας μπορείς εύκολα να συνδεθείς εδώ

Μπορείς να συμμετέχεις!

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *