Feedback

Ηλεκτρονική Υπηρεσία Υποστήριξης μελών & φίλων

ΜΕΡΟΣ Α΄: Πρόσφατες εξελίξεις

ΠΑΣΟΚ - ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΑΓΗΣ

Όταν η χώρα άρχισε το 2018 να βγαίνει σταδιακά από τα Μνημόνια Προσαρμογής, η ελληνική οικονομία χαρακτηριζόταν από μια σειρά αντιφατικών μηνυμάτων: οι μακρο-οικονομικές βελτιώσεις συνυπήρχαν με πολλές μικρο-οικονομικές αγκυλώσεις, τα εξωτερικά ελλείμματα είχαν εξαλειφθεί όχι όμως και η χρόνια αδυναμία μαζικών εξαγωγών, τα έσοδα είχαν βελτιωθεί θεαματικά αλλά το φορολογικό σύστημα περιείχε πλήθος στρεβλώσεων, ενώ το ασφαλιστικό οικοδόμημα είχε μεν αποφύγει την κατάρρευση αλλά βυθιζόταν σε μια πρωτοφανή γραφειοκρατία και αδιαφάνεια. Η οικονομία είχε γλυτώσει την ανοιχτή χρεοκοπία και την έξοδο από το Ευρώ, χωρίς όμως να διαθέτει ακόμα διασφαλίσεις για μια απρόσκοπτη πορεία στο μέλλον.

Για παράδειγμα, το δημοσιονομικό έλλειμμα περιορίστηκε πράγματι δραστικά, από το 16% περίπου του ΑΕΠ το 2009, στο 4% του ΑΕΠ το 2016. Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι το πρωτογενές έλλειμμα από 10% του ΑΕΠ το 2009, μετατράπηκε σε πλεόνασμα 3,20% του ΑΕΠ το 2016. Όμως οι δαπάνες ενδέχεται στο μέλλον να αυξηθούν προκειμένου να επαναφέρουν ζωτικές λειτουργίες του κράτους σε κανονικά επίπεδα. Οι φόροι είναι πιθανόν να μειωθούν για να τροφοδοτήσουν μια ανάκαμψη της οικονομίας, ενώ οι δημόσιες επενδύσεις θα πρέπει να ενισχυθούν για να περιορίσουν την μεγάλη απαξίωση υποδομών που έχει συντελεστεί. Όλοι αυτοί οι παράγοντες θα ελαττώσουν την δημοσιονομική πειθαρχία και τα ελλείμματα θα πιεστούν ανοδικά.

Παρομοίως, το εξωτερικό έλλειμμα είχε μεν χαλιναγωγηθεί στην διάρκεια των Μνημονίων και από το -14% του ΑΕΠ το 2009, έφτασε σχεδόν σε κατάσταση ισορροπίας το 2016. Όμως αυτό δεν οφείλεται σε μαζική αφύπνιση των εξαγωγών, παρά την σημαντική μείωση του μισθολογικού κόστους και την εντυπωσιακή επίδοση του τουρισμού το 2019. Ήταν κυρίως αποτέλεσμα του δραστικού περιορισμού της ζήτησης των εισαγωγών, λόγω της παρατεταμένης ύφεσης. Με την ανάκαμψη της οικονομίας, οι εισαγωγές θα εκτιναχθούν εκ νέου, ενώ οι εξαγωγές θα παραμείνουν σχεδόν καθηλωμένες, ιδιαίτερα μάλιστα αν αρχίσουν να

δίνονται κάποιες αυξήσεις στις μισθολογικές αμοιβές του ιδιωτικού τομέα μετά από μια μακρά περίοδο συμπίεσης.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η Ελλάδα – για αρκετά χρόνια μετά την κορύφωση της οικονομικής κρίσης και την έναρξη εφαρμογής των Προγραμμάτων Προσαρμογής – εξακολουθούσε να βρίσκεται σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, με σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες και χωρίς να έχουν εξαλειφθεί τα αίτια για τις προηγούμενες παθογένειες.

Τρία ήταν τα μεγάλα προβλήματα που εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει:

(α) Το πρώτο ήταν η μεγάλη αποεπένδυση που είχε υποστεί η παραγωγική διαδικασία, ιδιωτική και δημόσια, στις επιχειρήσεις και τις υποδομές. Για να αναπληρώσει το κενό, η χώρα έπρεπε να πραγματοποιήσει μέσα σε μια δεκαετία πάγιες επενδύσεις ύψους περίπου 100 δισεκ. Ευρώ για να αποκαταστήσει το δυναμικό και την απασχόληση που είχε πριν την κρίση του 2010. Το ποσόν ήταν εξαιρετικά μεγάλο και για να προσελκυστεί θα χρειαζόταν δραστικές παρεμβάσεις στην λειτουργία του κράτους, την αποτελεσματικότητα των θεσμών και την χρηματοδοτική επάρκεια του τραπεζικού συστήματος. Κανένα από αυτά δεν ικανοποιούνταν εκείνη την περίοδο και γιαυτό άλλωστε οι επενδύσεις δεν ανταποκρινόταν στις απανωτές προσκλήσεις των ελληνικών αρχών.

Επιπλέον, η υπαγωγή όλων των δημοσίων επιχειρήσεων στο λεγόμενο Υπερταμείο για μία περίοδο κηδεμονίας 99 ετών, προσέδιδε στην ελληνική οικονομία χαρακτηριστικά εξάρτησης που είναι ασύμβατα με την ελευθερία των επενδύσεων και το καθεστώς διαφάνειας που απαιτείται για να προσελκυστούν ξένα κεφάλαια.

(β) Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας ήταν το υψηλό δημόσιο χρέος, η αποπληρωμή του οποίου απαιτούσε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που πιθανότατα θα προκαλούσαν ασφυξία στην αναπτυξιακή διαδικασία. Τελικά το πρόβλημα διευθετήθηκε με την επιμήκυνση των πληρωμών σε μεγάλη χρονική κλίμακα και την συμφωνία για την συσσώρευση πιο μετριοπαθών πλεονασμάτων. Δεν παύει όμως το χρέος να είναι πολύ υψηλό ως ποσοστό του ΑΕΠ. Αν μέχρι τέλος της τρέχουσας δεκαετίας δεν έχει μειωθεί λόγω της ανάπτυξης ή/και της μείωσης των επιτοκίων θα απαιτηθούν νέες ρυθμίσεις επέκτασης των αποπληρωμών για να ξαναγίνει διαχειρίσιμο.

(γ) Το τρίτο σύμπλεγμα προβλημάτων περιλαμβάνει το φορολογικό και το ασφαλιστικό σύστημα. Και τα δύο χαρακτηρίζονται από μεγάλες επιβαρύνσεις των εργαζομένων και των επιχειρήσεων, χαμηλή εισπραξιμότητα εσόδων, πολύπλοκους και ακατανόητους κανόνες, ενώ η διαχείριση τους στην χρηματοδότηση δαπανών και συντάξεων είναι συχνά αδιαφανής, άδικη και αναποτελεσματική.

Τα προβλήματα αυτά προκαλούν τόσες στρεβλώσεις που τελικά συρρικνώνουν την επιχειρηματικότητα και περιορίζουν τις προοπτικές απασχόλησης και αμοιβών των εργαζομένων. Ένα σημαντικό μέρος νέων εργαζομένων επέλεξε να μεταναστεύσει την περίοδο της κρίσης και δεν δείχνει καμμία διάθεση παλινόστησης μετά το πέρας των Μνημονίων.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, η διατύπωση προτάσεων οικονομικής πολιτικής ξεπερνά σήμερα κατά πολύ την απαίτηση μιας καλύτερης διαχείρισης της συγκυρίας ή ακόμη και την επίτευξη κάποιου συγκεκριμένου επιμέρους στόχου τα επόμενα χρόνια. Οφείλει να αντιμετωπίζει όχι μόνο τα βραχυχρόνια προβλήματα, αλλά ταυτόχρονα να οδηγεί σε μια νέα δυναμική, ικανή να ανατρέψει τις αρνητικές μακροχρόνιες τάσεις. Η ανάγκη αυτή κατέστη αδήριτη με τα όσα ακολούθησαν από το 2019 μέχρι σήμερα: η ελληνική κοινωνία αποδιαρθρώθηκε από το κύμα της πανδημίας που διαρκεί έως σήμερα, η οικονομία δοκιμάζεται από το κύμα ακρίβειας στα ενεργειακά καύσιμα και η χώρα συνολικά απειλείται από μια σειρά επικίνδυνων γεωπολιτικών αναταράξεων.

Μεσοπρόθεσμα, η ακύρωση της αναπτυξιακής δυναμικής ήλθε όμως από την επέλαση της πανδημίας του covid-19 που από τις αρχές του 2020 έπληξε όλες τις χώρες του πλανήτη προκαλώντας μεγάλο αριθμό θυμάτων και οδηγώντας την οικονομική ζωή σε απανωτά lock-down και αποδιοργάνωση. Μετά από μια διετία εξάρσεων, μέτρων και αβεβαιότητας, η κατάσταση δείχνει να τείνει προς μια ύφεση κρουσμάτων αλλά οι επιπτώσεις της πανδημίας φαίνεται να έχουν μονιμότερο χαρακτήρα και είναι βέβαιο ότι θα καθορίσουν την εξέλιξη πολλών πραγμάτων στο άμεσο μέλλον.

Εστιάζοντας μόνο στις οικονομικές συνέπειες της πανδημίας, οι κυριότερες αλλαγές είναι οι εξής:

(α) Περιορισμός της παγκοσμιοποίησης λόγω των σημαντικών καθυστερήσεων στην διεθνή εφοδιαστική αλυσίδα και την συρρίκνωση της διακίνησης του ανθρώπινου δυναμικού στις διάφορες χώρες λόγω των υγειονομικών απαγορεύσεων. Στην θέση της αναπτύσσονται νέες οικονομικές σχέσεις με μικρότερο διεθνές βεληνεκές και εντονότερη περιφερειακή διάσταση.

(β) Συρρίκνωση του τομέα των υπηρεσιών και ιδιαίτερα των παρεχόμενων προς τελικούς καταναλωτές, όπως ο τουρισμός. Αντίθετα, αυξήθηκε σημαντικά η διακίνηση εμπορεύσιμων αγαθών, όπως τα διατροφικά προϊόντα και η μεταποίηση. Δευτερογενώς αυτό είχε ως συνέπεια την χειροτέρευση του εξωτερικού ισοζυγίου σε οικονομίες υπηρεσιών και την βελτίωση του σε χώρες παραγωγής υψηλής προστιθέμενης αξίας.

(γ) Μεγάλες ανατροπές στην φύση της απασχόλησης με την ταχεία και ευρεία διάδοση δικτυακής εργασίας. Λόγω της πανδημίας επιταχύνθηκαν πολλές πρωτοβουλίες υιοθέτησης νέων τεχνολογιών πληροφορικής για την ατομική τηλεργασία ή την ομαδική διαβούλευση που θα εξακολουθήσουν πλέον να χαρακτηρίζουν τα εργασιακά δεδομένα εφεξής.

(δ) Ανάδειξη της σημασίας των δημοσίων υποδομών, ιδιαίτερα στον τομέα της υγείας και της παιδείας. Η ικανότητα της φαρμακευτικής βιομηχανίας να παράγει σε σύντομο χρόνο τα απαιτούμενα εμβόλια, η δυνατότητα χρηματοδότησης και εντατικής διάδοσης των εμβολιασμών, καθώς και η γενναία κινητοποίηση του νοσηλευτικού συστήματος είχαν

ως αποτέλεσμα την αντιμετώπιση της πανδημίας και την αποφυγή γενικευμένης ανθρωπιστικής καταστροφής.

Η παροχή των απαραίτητων υποδομών τηλεκπαίδευσης για την αναπλήρωση των σχολικών ωρών είχε σαφώς πιο περιορισμένη επιτυχία, συνετέλεσε όμως και αυτή στην μερική αντιμετώπιση της εκπαιδευτικής αποχής που υποχρεωτικά επιβλήθηκε.

(ε) Ανατροπή των δημοσιονομικών σχεδιασμών, λόγω της απόφασης των περισσότερων κυβερνήσεων να καλύψουν χρηματοδοτικά τις εισοδηματικές απώλειες εργαζομένων και επιχειρήσεων από το παρατεταμένο lock-down και τους συναφείς περιορισμούς. Επίσης οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες υιοθέτησαν άκρως χαλαρή νομισματική πολιτική για να τονώσουν την ρευστότητα και να αποφύγουν την παγίδα αποπληθωρισμού στις οικονομίες τους. Αποτέλεσμα ήταν η διόγκωση των δημοσίων δαπανών, η οποία σε συνδυασμό με την κατάρρευση των φορολογικών εσόδων οδήγησε σε εκτίναξη του δημόσιου χρέους.

(στ) Επανεμφάνιση του πληθωρισμού. Ως αποτέλεσμα αυξήσεων στις τιμές πρώτων υλών, των δυσκολιών στην τελική παράδοση καταναλωτικών αγαθών, στην αυξημένη αποταμίευση λόγω του εγκλεισμού αλλά και τις γενναίες κρατικές ενισχύσεις, οι τιμές των αγαθών μπήκαν σε μια ανοδική πορεία έπειτα από μακρά περίοδο στασιμότητας ή/και μειώσεων. Με την ύφεση της πανδημίας, άρχισε να διαμορφώνεται μια τάση επιστροφής στην δημοσιονομική και νομισματική αυστηρότητα, πλην όμως και οι δύο ανακόπηκαν εξαιτίας της νέας διαταραχής λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Ο πληθωρισμός – ενώ αρχικά εθεωρείτο ότι θα είναι μεταβατικό και ήπιο φαινόμενο – τώρα εκτιμάται ότι θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα για απροσδιόριστο διάστημα.

(ζ) Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Έπειτα από πολλές εσωτερικές συγκρούσεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εμφανίστηκε ως από μηχανής θεός για να αντιμετωπιστεί η καταβύθιση της ανάπτυξης που απειλούσε όλα τα μέλη της – αν και σε διαφορετικό βαθμό. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 27/7/2020 αποφάσισε την ίδρυση του Ταμείου Ανάκαμψης & Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), με σημαντικούς νέους πόρους για να χρηματοδοτηθούν οι πληγείσες οικονομίες.

Στόχος είναι οι χώρες να ανασυγκροτήσουν τις οικονομίες τους σε δύο κατευθύνσεις: πρώτον την αντιμετώπιση του πλήγματος λόγω πανδημίας και, δεύτερον, τον μετασχηματισμό τους σύμφωνα με τις απαιτήσεις της

λεγόμενης «Πράσινης Μετάβασης» και της «Ψηφιακής Μετάβασης», όπως καθορίζονται στους στόχους για την Ευρωπαϊκή Ένωση Επόμενης Γενεάς (Next Generation European Union, NGEU). Συγκεκριμένα προβλέπεται να διατεθούν στα κράτη-μέλη 750 δισ. ευρώ επιπλέον του κοινοτικού προϋπολογισμού για την περίοδο 2021-2027. Τα κονδύλια αυτά δεν θα προέλθουν από εισφορές μελών αλλά από δανεισμό που θα συνάψει η ΕΕ ως ενιαίος θεσμός. Με τον τρόπο αυτό, εισάγεται για πρώτη φορά η δυνατότητα σύναψης κοινοτικού χρέους και διευρύνεται η δημοσιονομική ευελιξία της Νομισματικής Ένωσης.

Αν και σε διαφορετικό βαθμό, οι παραπάνω συνέπειες χαρακτήρισαν σχεδόν όλες τις οικονομίες. Στην συνέχεια σκιαγραφείται η ένταση και οι ιδιομορφίες με τις οποίες εκδηλώθηκαν στην Ελλάδα, ώστε να δούμε με ποιες πολιτικές θα πρέπει να πορευτούμε στο μέλλον. Συγκεκριμένα:

1.1.  Λιγότερη παγκοσμιοποίηση

Ο περιορισμός της παγκοσμιοποίησης δεν θα έχει σοβαρό αντίκτυπο στην ελληνική οικονομία, δεδομένου ότι η παραγωγή εμπορεύσιμων αγαθών είναι ως επί το πλείστον μικρής κλίμακας και η αξιοποίηση διεθνών δικτύων περιορισμένη. Ίσα-ίσα, η Ελλάδα μπορεί να επωφεληθεί σημαντικά από την τάση περιφερειοποίησης των οικονομικών συναλλαγών, καθώς το σχετικά μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων θα βρίσκει ευκολότερα διέξοδο σε μικρότερες αγορές, σχετικά κοντά στην επικράτεια τους.

Ακόμα όμως και σε αυτό το επίπεδο, οι ελλείψεις υποδομών παραγωγής και εμπορίας παραμένουν σημαντικές και θα πρέπει να ενισχυθούν άμεσα. Εμπορευματικά κέντρα, διασυνδέσεις με οδικούς και σιδηροδρομικούς άξονες, κέντρα μάρκετινγκ και ποιοτικού ελέγχου, καθώς και επιχειρηματικές συστάδες (clusters) για την ολοκληρωμένη διαχείριση της παραγωγής είναι πολιτικές που χρειάζονται ευρεία χρηματοδότηση και υλοποίηση.

Καθοριστικής σημασίας είναι η διάδοση και ευρεία χρήση των αναγκαίων χρηματοπιστωτικών εργαλείων για την προώθηση των προϊόντων σε ξένες αγορές. Για τον σκοπό αυτό, χρειάζεται η επανίδρυση υποκαταστημάτων των ελληνικών τραπεζών στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής που θα λειτουργήσουν ως γέφυρες των επιχειρηματικών και εμπορικών δεσμών με αυτές τις περιοχές. Η εμπειρία της ελληνικής τραπεζικής επέκτασης στα Βαλκάνια από το 1990 και μετά ήταν ιδιαιτέρως θετική πριν εκριζωθεί αδικαιολόγητα από τις απαιτήσεις των Μνημονίων.

Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι η περιφερειακή εξάπλωση της ελληνικής οικονομίας θα ενισχυθεί ακόμα περισσότερο αν τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων μπουν γρήγορα σε μια διαδικασία προσαρμογής για την ένταξη τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

1.2.  Αστάθεια/κατάρρευση υπηρεσιών

Για να αντιμετωπιστεί μακροπρόθεσμα η αστάθεια στην διεθνή ζήτηση υπηρεσιών, πρέπει να δώσουμε έμφαση αφενός μεν στην καλύτερη και πιο ολοκληρωμένη οργάνωση τους, αφετέρου δε στην ενίσχυση της παραγωγής εμπορεύσιμων αγαθών που τώρα είναι ιδιαίτερα ασθενής στην Ελλάδα. Αξίζει να αναφερθεί ότι το 2021 μετά από δύο έτη πανδημίας η βιομηχανική παραγωγή είχε αυξηθεί κατά +12,50% σε σύγκριση με το 2019, ενώ την ίδια περίοδο οι υπηρεσίες είχαν μειωθεί κατά -4,4% και στο σύνολο του το ΑΕΠ είχε μειωθεί κατά -3,50%. (Στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ, 11/3/2022).

Η ενίσχυση της μεταποίησης απαιτεί μια ολοκληρωμένη βιομηχανική πολιτική που θα διευκολύνει τον σχεδιασμό και την εγκατάσταση νέων μονάδων σε περιοχές με σύγχρονες υποδομές, την περιβαλλοντική τους συμμόρφωση και τον εκσυγχρονισμό τους με νέες μεθόδους παραγωγής, ιδιαίτερα της λεγόμενης 4ης γενεάς.

Σοβαρές θεσμικές παρεμβάσεις απαιτούνται κα για την αναβάθμιση στους τομείς των υπηρεσιών. Οι περισσότερες που παρέχονται σήμερα στην Ελλάδα είναι απευθείας προς καταναλωτές (Business to Consumers, B2C), οι οποίες είναι πιο ευάλωτες σε εισοδήματος και γεωπολιτικές αβεβαιότητες. Αντίθετα, οι υπηρεσίες προς επιχειρήσεις (Business to Business, B2B), έχουν βρεθεί να είναι πολύ πιο ανθεκτικές σε διακυμάνσεις, είναι όμως μικρό μερίδιο της συνολικής δραστηριότητας.

Ο βαθμός ολοκλήρωσης των παρεχόμενων υπηρεσιών θα αύξαινε επίσης την ανθεκτικότητα τους και μπορεί να επιτευχθεί είτε μέσω διεύρυνσης των επιχειρήσεων που τις παρέχουν (μέσω clustering), είτε μέσω χρονικής επιμήκυνσης τους (πχ, χειμερινός τουρισμός). Τέλος ένα σημαντικό βήμα για να μειωθεί ο βαθμός έκθεσης σε απρόβλεπτες διαταραχές είναι η δημιουργία Επαγγελματικών Ταμείων Αυτασφάλισης Έναντι Κινδύνων (ΕΤΑΕΚ) που θα βασίζονται στην συμμετοχή των επιχειρήσεων και θα τις αποζημιώνουν όταν αντιμετωπίζουν αρνητικές επιπτώσεις.

1.3.  Τηλεργασία

Η τηλεργασία δημιουργεί νέες δυνατότητες για τους εργαζόμενους, εφόσον το αποτέλεσμα της εργασίας τους ψηφιοποιείται για να μπορεί να μεταφερθεί δικτυακά. Αφορά κυρίως όσους μπορούν να εξατομικεύουν

την παρεχόμενη εργασία – δηλαδή κατεξοχήν τους ελεύθερους επαγγελματίες – αλλά και για πιο συλλογικές μορφές με τις κατάλληλες προϋποθέσεις συντονισμού. Σε αυτές τις κατηγορίες, η τηλεργασία μπορεί να προσφέρει πιο άνετες συνθήκες παροχής, απαλλάσσει τον εργαζόμενο από την ανάγκη άσκοπων μετακινήσεων και δημιουργεί αποθέματα δημιουργικού χρόνου που μπορεί να τα αφιερώσει πιο δημιουργικά με θετικό αποτέλεσμα για τον ίδιο αλλά και την επιχείρηση.

Ενέχει όμως και κινδύνους, επειδή η εξατομικευμένη παροχή εργασίας καταργεί την συλλογική παρουσία και μπορεί να οδηγήσει σε καταχρηστικές εργοδοτικές συμπεριφορές σε σχέση με τα ώρες ή/και τις απαιτήσεις εργασίας. Για αυτό χρειάζονται πρωτόκολλα που διασφαλίζουν τον χρόνο εργασίας και την πρόσβαση σε ηλεκτρονικά δεδομένα από τις επιχειρήσεις.

Δικτυακές καινοτομίες έχουν γίνει επίσης κατά την διάρκεια της πανδημίας στα δίκτυα διανομής προϊόντων, κατ’ οίκον ή στην διαδικασία παραγωγής. Επόμενο ώριμο βήμα είναι η περαιτέρω ανάπτυξη, όχι μόνο του ηλεκτρονικού εμπορίου αλλά γενικότερα του ηλεκτρονικού επιχειρείν, με δικτυακές πλατφόρμες εταιρειών, αγορών και συμβάσεων.

Όμως η ευρεία διάδοση της τηλεργασίας και των ηλεκτρονικών μορφών οικονομίας θα τείνει να ευνοεί τους πιο καταρτισμένους εργαζόμενους διευρύνοντας έτσι τις ανισότητες αμοιβών μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών. Για την μείωση της τεχνολογικής ανισότητας, το καλύτερο εργαλείο είναι η ανάλογη εκπαίδευση στις νέες μορφές υπολογιστών και τηλεκπαίδευσης. Βάση θα αποτελεί μία δέσμη μαθημάτων STEM (Science, Technology, Engineering, Mathematics) που θα δίνουν την δυνατότητα εξοικείωσης με τις σύγχρονες τάσεις πληροφορικής σε διάφορους τομείς. Η εκπαίδευση θα γίνεται κατά προτεραιότητα στην νέα γενιά με δυνατότητα επέκτασης σε όλες τις ηλικίες, αναλόγως των αναγκών και των δυνατοτήτων.

1.4.  Δημόσια αγαθά

Η ενίσχυση των δημοσίων αγαθών της παιδείας, υγείας και γενικότερα της προστασίας των πολιτών έναντι μεγάλων διαταραχών που ανατρέπουν τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες έχει πλέον λάβει την μορφή γενικευμένης απαίτησης και ανάγκης μετά την πανδημία. Για να δημιουργηθούν οι συνθήκες επαρκούς ανταπόκρισης του κράτους χρειάζονται μεγάλες επενδύσεις, στελέχωση με το κατάλληλο ανθρώπινο

δυναμικό και ετοιμότητα παροχής των αντίστοιχων υπηρεσιών. Συγκεκριμένα οι στόχοι για την παιδεία και την υγεία είναι οι εξής::

  • Ενίσχυση του συστήματος υγείας με σύγχρονο εξοπλισμό και αντίστοιχης εμπειρίας ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Βασικό στοιχείο του σχεδιασμού είναι η ευέλικτη μετατροπή για την αντιμετώπιση των αναγκών που προκύπτουν κάθε φορά και τον δραστικό περιορισμό των διακομιδών νοσηλείας.
  • Ενίσχυση της βιομηχανίας φαρμάκου και ανάδειξη της σε βασικό ανταγωνιστικό κλάδο της ελληνικής οικονομίας.

1.5.  Κρατικές ενισχύσεις

Η ελληνική κυβέρνηση υιοθέτησε και αυτή τις εκτεταμένες εισοδηματικές ενισχύσεις προς αργούσες επιχειρήσεις και εργαζόμενους, πολύ συχνά όμως με υπερβάλλοντα ζήλο και χωρίς τον απαραίτητο έλεγχο κριτηρίων επιλεξιμότητας. Σε συνδυασμό με την κατάρρευση των εσόδων, αυτό οδήγησε στην εκτίναξη του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 10% του ΑΕΠ για το 2020, ενώ το δημόσιο χρέος το 2021 ξεπέρασε το 206% του ΑΕΠ, το υψηλότερο πλέον παγκοσμίως και από αυτό της Ιαπωνίας.

1.6.  Οι ρίζες του πληθωρισμού πριν τον πόλεμο

Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα εμφανίστηκε ήδη από το φθινόπωρο του 2021, τροφοδοτούμενος αρχικά τόσο από τις αυξήσεις στις τιμές των ενεργειακών προϊόντων όσο και εξαιτίας της αυξημένης καταναλωτικής ζήτησης λόγω υπεραποταμίευσης αλλά και της μειωμένης προσφοράς που οφειλόταν στο μποτιλιάρισμα του διεθνούς εφοδιασμού.

Οι αρχές παρέμειναν καθησυχαστικές αλλά τώρα πλέον ο πληθωρισμός έγινε απειλητικός λόγω των επιπτώσεων του πολέμου στην Ουκρανία. Θεωρούμε καταρχήν ότι για την αντιμετώπιση των ενεργειακών κρίσεων στην Ευρώπη πρέπει να συντονιστεί ολόκληρη η Ευρωπαϊκή Ένωση και όχι κάθε χώρα χωριστά. Ειδικότερα όμως στην Ελλάδα τρία άμεσα μέτρα που επιβάλλεται να ληφθούν για να περιοριστεί ο πληθωρισμός και οι συνέπειες του:

Πρώτον, πρέπει να υπάρξουν πιο ρεαλιστικές επιλογές για τον χρονικό ορίζοντα απολιγνιτοποίησης για να μην διαμορφώνονται συνθήκες πίεσης στην αγορά ενέργειας.

Δεύτερον, να γίνει μείωση της έμμεσης φορολογίας στα καύσιμα που σε σημαντικό βαθμό θα αντισταθμίσει την άνοδο της τιμής, χωρίς μάλιστα να επέλθει πτώση στα έσοδα λόγω χαμηλής ελαστικότητας ζήτησης.

Τρίτον, οι χαμηλόμισθοι και όσοι επλήγησαν από την πανδημία πρέπει αμέσως να ισοφαρίσουν τις απώλειες που είχαν από τον πληθωρισμό με ισοδύναμες μισθολογικές αυξήσεις για να αποφύγουν ένα βέρτιγκο αγοραστικής καθίζησης. Αντίθετα, εταιρείες που στηρίχθηκαν κατά την διάρκεια της πανδημίας οφείλουν να «απορροφήσουν» όσο είναι εφικτό την πίεση του πληθωρισμού, ως ανταπόδοση της αλληλεγγύης προς την κοινωνία, ανάλογη αυτής που το κράτος έδειξε προς τις ίδιες.

1.7.  Χρηματορροές στην ελληνική οικονομία 2021-2027

Η Ελλάδα εξασφάλισε ένα σημαντικό μερίδιο με το οποίο μπορεί να σχεδιάσει τόσο την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας από το πλήγμα της πανδημίας όσο και τη μεσοπρόθεσμη ανόρθωση των ρυθμών ανάπτυξης. Από τους πόρους αυτούς, η Ελλάδα αναμένεται συνολικά να λάβει €32 δισ., από τα οποία € 19,5 δισ. ως χορηγία και € 12,5 δισ., ως χαμηλότοκα και μακροχρόνια δάνεια. Το μερίδιο της Ελλάδας είναι το 4,3% του συνόλου, σημαντικά μεγαλύτερο τόσο από την πληθυσμιακή της αναλογία στην ΕΕ (2,4%) όσο και από τη συμμετοχή της στην οικονομική δραστηριότητα (1,2%). Ορίζοντας απορρόφησης θα είναι η τετραετία, αν και η Ελλάδα μπορεί αργότερα να ζητήσει εκτενέστερη προθεσμία.

Πίνακας 1. Χρηματορροές ΕΕ Προς Την Ελληνική Οικονομία

ΠρόγραμμαΠόροι ΕΕ (δισ. €)Δάνεια (δισ. €)ΣΥΝΟΛΟ (δισ. €)
Ταμείο Ανάκαμψης & Ανθεκτικότητας19,512,532
ΕΣΠΑ 2021-202722 22
ΚΑΠ – Γεωργία1818
ΣΥΝΟΛΟ59,512,572

Πηγές: Ευρ. Συμβούλιο (2020). Απόφαση 27/7/2020, Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο.

Τα ποσά του ΕΤΑΑ θα είναι πρόσθετα στα κονδύλια που είχε προγραμματιστεί να λάβει από τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Έτσι, τα επόμενα χρόνια θα λάβει επίσης €18 δισ. από τις ενισχύσεις της ΚΑΠ και

€22 δισ. για τη χρηματοδότηση του προγράμματος ΕΣΠΑ. Σημειωτέον ότι οι πόροι €22 δισ. που θα χρηματοδοτήσουν το νέο ΕΣΠΑ, είναι αυξημένοι από τις αρχικές εκτιμήσεις των €20 δισ.

Η αναλογούσα εθνική συγχρηματοδότηση του ΕΣΠΑ θα γίνει με το εθνικό σκέλος του ΠΔΕ, αν και το ακριβές ύψος δεν έχει ακόμα προσδιοριστεί. Παλιότερα έφτανε έως το 50% του συνολικού προϋπολογισμού, στο τρέχον όμως ΕΣΠΑ 2014-2020 μειώθηκε στο 20% για δημοσιονομικούς λόγους. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η χώρα πιθανόν να διαθέσει και επιπλέον ποσά για υποδομές και επενδύσεις που θα ενισχύσουν περαιτέρω την πορεία ανάπτυξης.

Αθροιστικά, η Ελλάδα την επόμενη πενταετία μπορεί να προσδοκά μια συνολική καθαρή εισροή κοινοτικών πόρων €59,5 δισ. και επιπλέον θα μπορεί να συνάψει δάνεια έως €12,5 δισ. για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας. Το σύνολο των χρηματοδοτήσεων από την ΕΕ μπορεί έτσι να προσεγγίσει τα €72 δισ., όπως συνοψίζεται στον Πίνακα 1.

Το ερώτημα φυσικά είναι πώς θα πρέπει να κατανεμηθούν και να αξιοποιηθούν αυτά τα κονδύλια έτσι ώστε το αποτέλεσμα να είναι αναπτυξιακά ισχυρό και κοινωνικά δίκαιο. Οι γενικές αρχές πρέπει να είναι οι εξής:

  • Χρηματοδότηση των επενδύσεων κατάρτισης, ψηφιοποίησης και αντιμετώπισης κλιματικής αλλαγής σύμφωνα με το σχέδιο NGEU.

Για την καλύτερη υλοποίηση τους και την μελλοντική τους αξιοποίηση είναι ενδεδειγμένη – σε συμφωνία με την ΕΕ – η μετεξέλιξη της Αναπτυξιακής Τράπεζας σε ένα Ταμείο Εθνικού Πλούτου, το οποίο θα λειτουργήσει ως ενιαίος αναπτυξιακός φορέας για όλη την επικράτεια, χωρίς την γραφειοκρατική δομή του σημερινού συστήματος. Σε αυτό θα υπαχθεί και το υφιστάμενο Υπερταμείο Δημόσιας Περιουσίας, τερματίζοντας το καθεστώς μακροχρόνιας κηδεμονίας και δικαιωμάτων εκποίησης που επιβλήθηκε στην χώρα με το Τρίτο Μνημόνιο.

  • Ενίσχυση των δημοσίων υποδομών, τόσο για τη στήριξη της παραγωγής όσο και για τη διασφάλιση επάρκειας και ποιότητας στους τομείς παιδείας και υγείας.
  • Στήριξη της βιομηχανικής παραγωγής και των επιχειρήσεων εξαγωγικού προσανατολισμού με σύγχρονες υποδομές εγκατάστασης και λειτουργίας. Παραδείγματα, οι οργανωμένες βιομηχανικές περιοχές, θεματικά βιοτεχνικά πάρκα, χώροι συγκέντρωσης και μεταποίησης αγροτικής παραγωγής, κλπ.
  • Χρηματοδότηση του τουρισμού για τη δημιουργία σύγχρονων μονάδων που υποστηρίζουν τη χρονική διεύρυνση του τουριστικού προϊόντος, την περιφερειακή ισόρροπη ανάπτυξη και την ανθεκτικότητα σε διαταραχές της διεθνούς ζήτησης.

Η εισβολή της Ρωσίας στο ανεξάρτητο κράτος της Ουκρανίας έπληξε βάναυσα την επίπονη πορεία εξόδου της ευρωπαϊκής οικονομίας από την ύφεση της πανδημίας και προκάλεσε νέες αδιέξοδες καταστάσεις και προβλήματα. Η εφαρμογή οικονομικών κυρώσεων μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας, ο περιορισμός στην προμήθεια ενεργειακών προϊόντων από την Ρωσία καθώς και η απόφαση για άμεση αύξηση των στρατιωτικών δαπανών στην Γερμανία και άλλες χώρες σηματοδοτούν μια περίοδο που θα έχει έντονα πληθωριστικά χαρακτηριστικά, αβεβαιότητες τροφοδοσίας σε βασικά αγαθά, καθώς και ένα κλίμα γενικευμένης καχυποψίας και ανταγωνισμών. Πολλές προσπάθειες αμοιβαίων προσεγγίσεων και διμερούς συνεργασίας μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας ακυρώνονται, ενώ η ένταξη χωρών (όπως των Δυτικών Βαλκανίων) καθίσταται αβέβαιη με πιθανές νέες εστίες τριβής και εντάσεων.

1.1.  Η Στρατηγική Πυξίδα της ΕΕ

Μέσα σε αυτό το κλίμα, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η απόφαση της ΕΕ να υλοποιήσει το πρόγραμμα Στρατηγική Πυξίδα με το οποίο σχεδιάζει να αποκτήσει ένα επιχειρησιακό μηχανισμό παρέμβασης στις γεωπολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις που την αφορούν. Στην πορεία, αναμένεται να λυθούν πολλά ζητήματα τα οποία επί του παρόντος είναι ασαφή, όπως για παράδειγμα η σχέση της με το ΝΑΤΟ, η υποχρεωτική ένταξη σε αυτήν των χωρών που δεν ανήκουν στο ΝΑΤΟ, καθώς και η σχέση των ευρωπαϊκών χωρών του ΝΑΤΟ που δεν είναι μέλη της ΕΕ (όπως Βρετανία και Νορβηγία).

Ανεξάρτητα όμως από την διευθέτηση διαδικαστικών θεμάτων, η νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται επιφυλάσσει νέες πρωτοβουλίες της ΕΕ σε τομείς από τους οποίους μέχρι σήμερα απείχε, όπως η παρέμβαση σε συγκρούσεις ή απειλές συγκρούσεων. Η προφανής συνέπεια θα είναι η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών σε όλα τα κράτη-μέλη και κατ’ επέκταση η άνοδος του δημόσιου χρέους για να τις χρηματοδοτήσει.

Κατά μία ενδιαφέρουσα σύμπτωση, οι παρενέργειες αυτών των εξελίξεων στην οικονομική δραστηριότητα της ΕΕ θα είναι παρεμφερείς με αυτές της πανδημίας, αν και θα έχουν μονιμότερο χαρακτήρα. Είναι προφανές ότι η επιστροφή σε ένα ψυχροπολεμικό περιβάλλον, θα μειώσει την απήχηση της παγκοσμιοποίησης και θα ενισχύσει τις πλησιέστερες περιφερειακές συναλλαγές.

Θα αυξήσει επίσης την αστάθεια στην παροχή υπηρεσιών, ενώ αντιθέτως τα προγράμματα εξοπλισμών θα ενισχύσουν την βιομηχανία και την μεταποίηση γενικότερα. Η τηλεργασία θα βρεθεί ότι είναι πολύ ασφαλέστερη και θα λάβει ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις, ενώ οι ηλεκτρονικές συναλλαγές αυξημένης αξιοπιστίας θα αντικαταστήσουν πολλές διαδικασίες φυσικής παρουσίας και διεκπεραίωσης. Η στρατηγική μείωσης της ευρωπαϊκής εξάρτησης από τα ενεργειακά προϊόντα της Ρωσίας, θα επιταχύνει την «Πράσινη Μετάβαση» αλλά και την «Ψηφιακή Μετάβαση» σύμφωνα με το σχέδιο NGEU.

1.2.  Οι επιπτώσεις στην Ελλάδα

Στο ζήτημα της Στρατηγικής Πυξίδας, η πρωτοβουλία της ΕΕ να αποκτήσει κοινή αμυντική ισχύ για την προστασία των κρατών-μελών και της ευρύτερης ευρωπαϊκής περιοχής, η Ελλάδα πρέπει να συμμετάσχει εξαρχής και ολοκληρωμένα. Στόχος πρέπει να είναι η διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού μηχανισμού αμυντικής προστασίας έναντι οποθενδήποτε προερχομένων απειλών, συμμετρικών ή ασύμμετρων.

Ένας τομέας που χρήζει ειδικής αναφοράς είναι η αυξημένη ανάγκη αμυντικών δαπανών.

Πολύ πριν γίνει η εισβολή στην Ουκρανία και η ΕΕ αποφασίσει για την υλοποίηση της Στρατηγικής Πυξίδας, στην Ελλάδα είχε ενσκήψει ο παράγων της τουρκικής απειλής σε κλίμακα πολύ αγριότερη από την συνήθη των προηγούμενων χρόνων. Αποκορύφωμα υπήρξε η απόπειρα μαζικών εισροών στα χερσαία σύνορα της Θράκης, καθώς και η αμείωτη πολεμική ρητορική για μία υπέρ της Τουρκίας αναθεώρηση των Συνθηκών που διέπουν το καθεστώς των νησιών. Σε αυτό το περιβάλλον πιστεύουμε ότι η Ελλάδα πρέπει να διατηρεί μια αξιόμαχη δύναμη αποτροπής και να προβαίνει σε όσους εξοπλισμούς θα την καθιστούν σύγχρονη και αποτελεσματική. Οι εξοπλισμοί πρέπει όμως να υπόκεινται σε δύο κανόνες:

Πρώτον, οι πόροι που θα χρηματοδοτήσουν τους εξοπλισμούς να αντλούνται από μια εύρωστη οικονομία, ώστε να μην οδηγούν σε εκτίναξη του χρέους με κίνδυνο η χώρα να περιέλθει εκ νέου σε καθεστώς δανειακής εποπτείας και να αποδυναμωθεί η αίσθηση εθνικής κυριαρχίας.

Δεύτερον, για να στελεχωθεί η δύναμη αποτροπής με επάρκεια και αξιοπιστία, χρειάζονται πολιτικές συγκράτησης του νέου ανθρώπινου δυναμικού στην Ελλάδα και κίνητρα παλιννόστησης σε όσους μετανάστευσαν για εργασιακούς και ασφαλιστικούς λόγους.

Τρίτον, προκειμένου να είναι η αποτροπή αποτελεσματική, πρέπει να αναπτυχθεί σε ένα εγχώριο οικοσύστημα σύγχρονης τεχνολογίας και υψηλής παραγωγικότητας με συμβάσεις μεταφοράς τεχνογνωσίας και κοινοπραξίες επιχειρήσεων. Μόνο έτσι μπορεί η χώρα να διασφαλίζει σε μεγάλο βαθμό τον ανεφοδιασμό από εγχώριες πηγές παραγωγής και σε κρίσιμες περιόδους να μπορεί να μειώνει την εξάρτηση σε στρατιωτικό υλικό από τρίτα κράτη.

Στο ζήτημα της ενεργειακής απεξάρτησης, η Ελλάδα μπορεί να ανταποκριθεί με ένα πλέγμα πολιτικών και υποδομών που θα περιλαμβάνουν:

(α) Εντατική επέκταση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με ανανεώσιμες μορφές (αέρας, ήλιος, θάλασσα, υδροηλεκτρικά)

(β) Αξιοποίηση κοιτασμάτων φυσικού αερίου και πετρελαίου στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Μεσογείου ως συμπληρωματικών καυσίμων με συγκεκριμένο ορίζοντα βαθμιαίας απόσυρσης από το ενεργειακό ισοζύγιο.

(γ) Διατήρηση ορισμένων λιγνιτικών μονάδων ως στρατηγική εφεδρεία σε περιπτώσεις αυξημένης ενεργειακής πίεσης και εκτάκτων αναγκών.

(δ) Κατασκευή δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας που θα διευκολύνουν την ένταξη ενεργειακών κοινοτήτων στο εθνικό σύστημα.

1.3.  Το νέο κύμα πληθωρισμού

Ο περιορισμός τροφοδοσίας των ευρωπαϊκών οικονομιών με φυσικό αέριο από την Ρωσία, προκάλεσε μεγάλη αύξηση στις τιμές του και συνακόλουθα στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας που σε μεγάλο βαθμό στηρίζεται σε αυτό το είδος καυσίμου. Εναλλακτικές προμήθειες φυσικού αερίου (π.χ. από τις ΗΠΑ) αδυνατούν να καλύψουν με επάρκεια τις ελλείψεις, ενώ η αναζήτηση διαφορετικών καυσίμων ή πηγών (πχ ΑΠΕ) θα είναι μια αργή διαδικασία. Ανάλογες πληθωριστικές πιέσεις εντοπίστηκαν και στην εμπορία πετρελαίου, πλην όμως η ύπαρξη πολλών εναλλακτικών δυνατοτήτων προμήθειας περιόρισε την έξαρση των τιμών. Εξίσου όμως απειλητικά κύματα πληθωρισμού προκλήθηκαν σε πρώτες ύλες και βασικά είδη διατροφής, με συνέπεια να σημειωθούν ανατιμήσεις και ελλείψεις σε διεθνή κλίμακα.

Ένα σύγχρονο σοσιαλδημοκρατικό πλαίσιο αντιμετώπισης των φαινομένων αυτών, θα βασίζεται σε παρεμβάσεις καθολικής αναβάθμισης της παραγωγής, του επιχειρηματικού κλίματος και του εργασιακού περιβάλλοντος, ταυτόχρονα με τον τερματισμό της εξάρτησης της ενεργειακής τροφοδοσίας από μία μόνο πηγή ή χώρα. Δηλαδή, μια συνολική ανασύνταξη του μοντέλου παραγωγής και διανομής της απαιτούμενης ενέργειας και των υποδομών διασύνδεσης.

Φυσικά, μία τέτοια πολιτική παίρνει χρόνια για να ολοκληρωθεί και να αποδώσει. Μέχρι τότε χρειάζονται χειρουργικές δημοσιονομικές επεμβάσεις στις τιμές των καυσίμων (κυρίως με μείωση των ειδικών φόρων), καθώς και στήριξη του εισοδήματος των πιο ευάλωτων ομάδων που διαφορετικά θα στερηθούν το αγαθό της ενέργειας και θα περιθωριοποιηθούν ακόμα περισσότερο. Χρειάζεται όμως και χρήμα και είναι προφανές ότι η ορθή κλίμακα διαχείρισης είναι τα εργαλεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δευτερευόντως οι εθνικές πολιτικές κάθε κράτους χωριστά.

Όπως τα έργα ενεργειακής μετάβασης χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης, έτσι και τα δημοσιονομικά εργαλεία αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης πρέπει να αντλήσουν πόρους από ένα ανάλογο ευρωπαϊκό μηχανισμό. Το πλεονέκτημα θα είναι ότι αφενός μεν η ΕΕ θα έχει αποφασιστικό λόγο για την χρηματοδότηση, περιορίζοντας σπατάλες και κακοδιαχείριση από τα διάφορα κράτη. Θα ξέρει επίσης πότε, πού και σε ποιους πρέπει να σταματήσει η χρηματοδότηση, αποφεύγοντας έτσι την αναζωπύρωση του στασιμοπληθωρισμού σε διάφορες χώρες.

1.4.  Ενεργειακή κρίση και ελλείψεις στην Ελλάδα

Με την απειλή του στασιμοπληθωρισμού, η εύθραυστη ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας υφίσταται νέο συντριπτικό πλήγμα, ενώ οι προσπάθειες των επιχειρήσεων να ορθοποδήσουν μετά από τρία χρόνια πανδημίας και άλλα οκτώ χρόνια κρίσης είναι ξανά μετέωρες.

Η σημερινή κατάσταση είναι δύσκολη και κανείς δεν μπορεί ρεαλιστικά να εξαλείψει όλες τις συνέπειες της σε σύντομο χρόνο. Όσοι το επιχειρούν και τάζουν αλόγιστα προς όλες τις κατευθύνσεις ότι κατέχουν την λύση στα προβλήματα τους είτε είναι δημαγωγοί χωρίς να νιώθουν την ευθύνη να αιτιολογήσουν την πολιτική τους, είτε αγνοούν το μέγεθος και την ένταση των προβλημάτων που πλήττουν την οικονομία μας.

Όμως ακόμα και αν δεν μπορούμε να ανατρέψουμε στο σύνολο της την αρνητική κατάσταση, μπορούμε σίγουρα να κάνουμε δύο πράγματα:

Πρώτον, να μετριάσουμε τις συνέπειες της για τις ευρείες κατηγορίες των λαϊκών στρωμάτων, τους μισθωτούς και συνταξιούχους, τις μικρές επιχειρήσεις και γενικά τα νοικοκυριά που πλήττονται με σφοδρότητα από την ακρίβεια. Προς τούτο απαιτείται η άμεση ρύθμιση της τιμής προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας σε πελάτες χαμηλής και μέση τάσης όπου μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται:

  • Eπιβολή πλαφόν στη λιανική τιμή ενέργειας, ώστε οι πολίτες να μη χρειάζεται να πληρώνουν πάνω από 10% σε σχέση με αυτά που πλήρωναν πριν ξεκινήσει η ενεργειακή κρίση (1/5/2021)
  • Απαγόρευση διακοπής ρεύματος σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, όταν τους επιβάλλεται χρέωση που υπερβαίνει το πλαφόν του 10%
  • Για τα χρέη που έχουν συσσωρευτεί από λογαριασμούς ρεύματος από 1/5/2021 δίνεται η δυνατότητα ρύθμισης σε 240 δόσεις

Δεύτερον, με τις αποφάσεις μας να βοηθήσουμε το βάρος προσαρμογής να κατανεμηθεί κυρίως σε όσους ωφελούνται από τις εξελίξεις και έχουν την ευκαιρία ακόμα και μέσα στην κρίση να αυξάνουν τα κέρδη τους και να πολλαπλασιάζουν την επιχειρηματική τους

δραστηριότητα και τον πλούτο τους. Στόχος μας είναι ένας δίκαιος μηχανισμός που φορολογεί τα υπερκέρδη των λίγων που επωφελούνται επιδέξια από την κρίση και χρηματοδοτεί τις ζημιές των πολλών και ανήμπορων να αντιδράσουν στην επέλαση της.

Ταυτόχρονα, πρέπει όμως να σχεδιάσουμε και στρατηγικές επιλογές για την ενεργειακή επάρκεια και τροφοδοσία της χώρας, αναθεωρώντας αρκετές επιπόλαιες και μη-ρεαλιστικές κατευθύνσεις που είχαν τεθεί τα προηγούμενα χρόνια χωρίς κανένα δημόσιο διάλογο και συναίνεση.

α. Βραχυπρόθεσμα μέτρα

α1. Μείωση των ειδικών φόρων στα καύσιμα για να ελαττωθεί η τελική τιμή καταναλωτή, να μειωθεί ο πληθωρισμός και να περιοριστεί η διάβρωση της αγοραστικής δύναμης.

α2. Μείωση ΦΠΑ σε επιλεγμένα είδη ευρείας κατανάλωσης, ιδιαίτερα στον τομέα διατροφής.

α3. Ενίσχυση του εισοδήματος των πιο ευάλωτων ομάδων, καθώς και του κατώτερου μισθού.

α4. Εκστρατεία εξοικονόμησης ενέργειας στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις με αυτοπεριορισμό της κατανάλωσης. Κίνητρα και ελαφρύνσεις για την μειωμένη κατανάλωση.

α5. Υψηλή φορολογία στα υπερκέρδη των παρόχων ηλεκτρικής ενέργειας και με τα έσοδα χρηματοδότηση μείωσης των ειδικών φόρων.

β. Μεσοπρόθεσμα μέτρα

β1. Ενίσχυση της ενεργειακής αυτονομίας της χώρας με επέκταση και διασύνδεση ανανεώσιμων πηγών.

β2. Μείωση της εξάρτησης από χώρες και εταιρείες με μονοπωλιακή συμπεριφορά.

β3. Διάδοση της αυτοπαραγωγής ενέργειας σε μικρή και μεσαία κλίμακα παραγωγικής δραστηριότητας. (Σπίτια, μικρές επιχειρήσεις, καλλιέργειες)

β4. Ώθηση στην παραγωγή μηχανημάτων ΑΠΕ με κίνητρα/υποδομές και επενδύσεις που στόχο έχουν την αύξηση της Εγχώριας Προστιθέμενης Αξίας.

β5. Άμεση κατασκευή δικτύων μέσης τάσης για την διασύνδεση της ηλεκτροπαραγωγής.

β6. Διατήρηση επιλεγμένων λιγνιτικών μονάδων ως ψυχρής εφεδρεία στο σύστημα μέχρις ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία Πράσινης Μετάβασης.

β7. Για να μετριαστεί ο αντίκτυπος των υψηλών τιμών καυσίμων στην τιμή ηλεκτρικής ενέργειας, προτείνεται η κατάργηση της καθολικής κάλυψης ζήτησης μέσω του Χρηματιστηρίου Ενέργεια (Target model) και η επανεξέταση του ρόλου του συνολικά.

Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις εξελίξεις, τις διεθνείς αντιξοότητες, τις εθνικές ανάγκες και τις ευρωπαϊκές προοπτικές, πώς – άραγε – πρέπει να ιεραρχήσουμε τους στόχους και τις προτεραιότητες του ΠΑΣΟΚ- Κινήματος Αλλαγής τα επόμενα χρόνια; Ποιους πρέπει προεχόντως να εμπνεύσουμε και να στηρίξουμε, σε ποιους να σταθούμε αρωγοί και σε ποιους απέναντι, ποιες πρακτικές θέλουμε να πολλαπλασιάσουμε και ποιες να εξαλείψουμε;

1.1.  Η νέα γενιά πλήρωσε το κόστος, αλλά τώρα κινητήρια δύναμη

Αν κάποιος δεν θέλει κανέναν να αγνοήσει στον κατάλογο προτεραιοτήτων και κυρίως κανέναν να μην δυσαρεστήσει σε όσα τάξει, οι απαντήσεις μπορούν να γίνουν απέραντες και το Πρόγραμμα να θυμίζει τηλεφωνικό κατάλογο που το ανοίγεις και βρίσκεις αυτό που θέλεις. Για μας όμως, η ικανότητα και η τόλμη ενός πρωτοπόρου κινήματος είναι να εντοπίσει και να αναδείξει εκείνες τις πρωτοπόρες κατηγορίες που αν κινητοποιηθούν δυναμικά θα πάνε όλη την κοινωνία μπροστά. Και σε αυτές τις κατηγορίες πρέπει να ρίξουμε το βάρος της πολιτικής μας. Αν δεν πετύχουν αυτές, όλοι θα αποτύχουμε. Αν όμως πετύχουν, τότε όλη η κοινωνία θα πάει καλύτερα και το κράτος θα μπορέσει να ασκήσει την πολιτική του με πολύ καλύτερα αποτελέσματα.

Για μας λοιπόν, για το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής, ο θεμελιώδης πρωταγωνιστής για την αναζωογόνηση της οικονομίας και την κοινωνική συνοχή, την προσαρμογή της χώρας στην Πράσινη και την Ψηφιακή Μετάβαση, την ανασυγκρότηση της πατρίδας μας με ισχυρή διεθνή παρουσία και ασφάλεια, είναι η σημερινή Νέα Γενιά!

Είναι όσοι στην αρχή της σταδιοδρομίας τους σημαδεύτηκαν από την κρίση και τα Μνημόνια και έμειναν χρόνια άνεργοι ή ξενιτεύτηκαν ή

– και αν έμειναν – δούλεψαν με αμοιβές πολύ χαμηλότερες από τα προσόντα τους.

Είναι αυτοί που έμειναν έγκλειστοι με την πανδημία και πρέπει διαρκώς να εκπαιδεύονται σε νέες τεχνολογίες και νέες μορφές επικοινωνίας για να μπορέσουν να παραμείνουν στην αγορά εργασίας, αντιμετωπίζοντας όλο και περισσότερες απαιτήσεις απόδοσης αλλά με διαρκώς αμφισβητούμενα δικαιώματα και αμοιβές.

Είναι αυτοί που μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες, χωρίς κρατική στήριξη και τραπεζική ρευστότητα, επιχείρησαν να κάνουν την γνώση τους παραγωγική, να σχεδιάσουν ανταγωνιστικά προϊόντα, να βγουν στις διεθνείς αγορές. Να δημιουργήσουν έτσι μια ολόκληρη γενιά νέων τολμηρών επιχειρήσεων που ξέρει να παίρνει ρίσκα, αλλά και να βρίσκει τρόπους συνεργασίας και ανάπτυξης.

Είναι όμως και όσοι παλεύουν ακόμα να μπουν στην αγορά εργασίας, είτε επειδή δεν έχουν τις απαραίτητες γνώσεις, είτε οι ευκαιρίες είναι πολύ λίγες και πρέπει οι μεν να αποκτηθούν, οι δε να διευρυνθούν για να σπάσει ο φαύλος κύκλος ανεργίας και έλλειψης κατάρτισης.

Βασικός στόχος του Προγράμματος μας είναι η περιγραφή συγκεκριμένων δράσεων για να δημιουργήσουμε καλύτερες προϋποθέσεις για την οικονομική πορεία και την επαγγελματική εξέλιξη της Νέας Γενιάς, σε ένα περιβάλλον ασφάλειας, αξιοκρατίας και προόδου. Από την προτεραιότητα που δίνουμε στην Εγχώρια Προστιθέμενη Αξία και τις πρωτοβουλίες παραγωγικής ανασυγκρότησης, έως τις διευκολύνσεις και τα νέα εργαλεία τραπεζικού δανεισμού, ο στόχος είναι πώς η νέα επιχειρηματικότητα θα βρει πιο γόνιμο έδαφος να αναπτυχθεί και να στεριώσει.

Από τις δράσεις κατάρτισης σε νέες τεχνολογίες και δεξιότητες έως την απλοποίηση των κρατικών διαδικασιών αδειοδότησης, αξιολόγησης τεχνο-ερευνητικών προγραμμάτων και έγκρισης προϊόντων, ο στόχος είναι πώς η νέα επιχειρηματικότητα θα μπορέσει να ενταχθεί πιο ολοκληρωμένα στην παραγωγική διαδικασία και να βρει τις ευκαιρίες που της αξίζουν.

Για όλους τους νέους, είτε δοκιμάζουν την καριέρα τους σε μια επιχείρηση είτε σε ένα οργανισμό, θεμελιώδης προϋπόθεση για να αφοσιωθούν στην δουλειά τους με μεράκι είναι να έχουν μπροστά τους ένα ορίζοντα που δεν σκιάζεται από κομματικές παρεμβάσεις, ρουσφέτια και διαφθορά. Να ξέρουν ότι την πορεία τους θα την κρίνουν μόνο η δική τους ικανότητα και η άμιλλα των άλλων και όχι η πολιτική καμαρίλα, η οικογενειοκρατία και οι διασυνδέσεις. Για τον λόγο αυτό θεωρούμε πώς μια άλλη θεμελιώδης προϋπόθεση για να έλθει η Νέα Γενιά στο προσκήνιο είναι να εμπεδώσουμε θεσμούς αξιοκρατίας, από τις προσλήψεις και την εξέλιξη στην Δημόσια Διοίκηση, έως τις χρηματοδοτήσεις του τραπεζικού τομέα και τα κάθε λογής Προγράμματα και επενδύσεις.

1.2.  Γιατί πρέπει να πετύχει η Νέα Γενιά

Πολλοί ίσως θεωρούν αυτονόητο ότι η εξέλιξη μιας κοινωνίας βασίζεται στην πρόοδο και την επιτυχία της Νέας Γενιάς. Δυστυχώς όμως στην χώρα μας – έπειτα από τις αλλεπάλληλες και οδυνηρές κρίσεις – αυτή η παραδοχή δεν είναι πλέον καθόλου δεδομένη. Όχι μόνο αναφορικά με το επίπεδο ευημερίας που προσδοκά να έχει κάθε γενιά και να το βλέπει να βελτιώνεται σε σχέση με την προηγούμενη, αλλά και με τους ακόμα πιο θεμελιώδεις όρους δημογραφικής δυναμικής και εθνικής επιβίωσης.

Οι λόγοι που μας κάνουν να θεωρούμε την Νέα Γενιά ως την μεγάλη προτεραιότητα και στόχευση στο Πρόγραμμα μας είναι πολλοί, μεταξύ άλλων και οι εξής:

(α). Οικονομική εξέλιξη, παραγωγή, ανταγωνιστικότητα:

Σήμερα όλες οι χώρες – ιδιαίτερα μάλιστα στην ΕΕ – προσπαθούν να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν μια νέα παραγωγική διαδικασία που βασίζεται στην Πράσινη και την Ψηφιακή Μετάβαση, την άνοδο της εθνικής ανταγωνιστικότητας και την επέκταση της απασχόλησης σε συνδυασμό με μια θετική προοπτική αμοιβών και κοινωνικών υπηρεσιών. Είναι προφανές ότι αυτή η διαδικασία μετάβασης μπορεί να υλοποιηθεί αποτελεσματικά μόνο αν υιοθετηθεί καθολικά από την Νέα Γενιά και οδηγήσει σε ένα νέο τρόπο οργάνωσης της εργασίας και των δραστηριοτήτων. Η συμμετοχή των μεγαλύτερων ηλικιών θα γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη καθώς θα βλέπουν την πορεία των πραγμάτων και

– προπάντων – την κοινωνική τους χρησιμότητα και θα ξεπερνούν ευκολότερα μια φυσιολογική τάση να την αποφύγουν και να συνεχίσουν να λειτουργούν με τις παλιότερες δομές και νοοτροπίες. Από τις τεχνολογίες παραγωγής έως τα συστήματα εξυπηρέτησης του πολίτη, η συμμετοχή θα επεκτείνεται όσο περισσότερο οι νέοι εντάσσονται σε αυτά, τα κάνουν κτήμα τους αλλά και πεδίο διαρκούς βελτίωσης και άμιλλας.

(β). Κοινωνικό κράτος

Στόχος μας είναι να παρέχουμε μια σειρά από κρίσιμα δημόσια αγαθά σε όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας και περιοχής. Από τις

νέες οικογένειες, τα παιδιά, την διαδικασία μόρφωσης, την αντιμετώπιση της ανεργίας, την υγεία και τις συντάξεις, η Πολιτεία πρέπει να έχει την δυνατότητα να καλύπτει τις ανάγκες αυτές με υγιείς πόρους που δεν θα οδηγούν το κράτος σε υπερχρέωση και δημοσιονομική κατάρρευση. Οι πόροι αυτοί θα προέρχονται από ένα σύγχρονο φορολογικό σύστημα και ένα σύγχρονο ασφαλιστικό σύστημα.

Ένα σύγχρονο φορολογικό σύστημα πρέπει να είναι απλό και λειτουργικό, προπάντων όμως να είναι δίκαιο με εύλογες επιβαρύνσεις για τις διάφορες κατηγορίες εισοδημάτων και ιδιαίτερα για τον μεγάλο (και συχνά μάλιστα κρυμμένο) πλούτο. Αν το φορολογικό σύστημα είναι υπέρμετρα επιβαρυντικό και η Νέα Γενιά δεν βλέπει ανταποδοτικότητα στην ποιότητα και επάρκεια των δημοσίων αγαθών που παρέχει η Πολιτεία, τότε ή θα φύγει από την χώρα ή θα μιμηθεί και αυτή τις ίδιες μεθόδους απόκρυψης και ιδιοποίησης όπως συνέβη πολλές φορές στο παρελθόν. Για άλλη μια φορά, το σύστημα θα κυλίσει στις χειρότερες πρακτικές και η ευκαιρία για την ανασυγκρότηση της χώρας θα χαθεί ξανά.

Ένα σύγχρονο ασφαλιστικό σύστημα πρέπει να είναι διαχρονικά αξιόπιστο και βιώσιμο για να μπορεί να εγγυηθεί ότι ο κάθε ασφαλισμένος θα «λάβει τον κόπο του» όταν βγει στην σύνταξη. Και επίσης να αισθάνεται ότι τώρα που επιδοτεί τους σημερινούς συνταξιούχους στην διάρκεια της εργασίας του, είναι ένα καθήκον που και αυτουνού θα του το ανταποδώσουν οι μελλοντικές γενιές. Διαφορετικά, η αλληλεγγύη των γενεών θα δυσφημιστεί, θα οδηγήσει στην έχθρα των νυν με τους παλιότερους εργαζόμενους και καθένας θα κοιτάζει την πάρτη του σε ένα άτεγκτο ανταποδοτικό σύστημα. Η κοινωνία θα γεμίσει φτωχούς συνταξιούχους και όλοι θα ζουν με την καχυποψία του άλλου, οξύνοντας τις διαμάχες και τις αντιθέσεις μεταξύ των γενεών.

(γ). Δημογραφική αναγέννηση

Είναι καθολική διαπίστωση ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια σοβαρή δημογραφική παρακμή που βαθμιαία οδηγεί σε συρρίκνωση του πληθυσμού της. Για να ανασχεθεί η μείωση του πληθυσμού προτείνονται κατά καιρούς διάφορα μέτρα προσέλκυσης και κατοικίας στην ελληνική επικράτεια, διαφόρων κατηγοριών ομογενών, συνταξιούχων άλλων χωρών της ΕΕ, κλπ. Αν και οι πολιτικές αυτές είναι θετικές επειδή αυξάνουν τον συνολικό πληθυσμό και αξιοποιούν καλύτερα το απόθεμα υποδομών της χώρας, αφήνουν ανέγγιχτη μια άλλη θλιβερή πτυχή του δημογραφικού

προβλήματος: την συρρίκνωση των νέων ηλικιών σε σχέση με τις μεγαλύτερες ηλικίες. Αν όμως η πληθυσμιακή συγκράτηση γίνεται κυρίως με ηλικιωμένους, τότε είναι θέμα χρόνου πότε θα καταρρεύσει η δυναμική της κοινωνίας σε όλα τα μέτωπα: από την παραγωγή και την καινοτομία έως την άμυνα και την στελέχωση του κράτους.

Για τον λόγο αυτό είναι κρίσιμο να θέσουμε ως στόχο την ενίσχυση της Νέας Γενιάς και την βελτίωση των προοπτικών της, ώστε να αποτελέσει αυτή τον κυριότερο μηχανισμό δημογραφικής αναζωογόνησης της πατρίδας μας. Πέρα από τα κίνητρα επιχειρηματικότητας, την κατάρτιση σε νέες τεχνολογίας και τις προοπτικές απασχόλησης, σχεδιάζουμε ένα εκτεταμένο Πρόγραμμα παροχής κατοικιών σε νέα ζευγάρια ή διευκόλυνση ενοικίασης/απόκτησης, στήριξη γονεϊκών δράσεων και δράσεις ώστε η απόκτηση παιδιών να μην αποτελεί αντικίνητρο απασχόλησης ή επαγγελματικής εξέλιξης.

Πολλές από τις προτεραιότητες που σκιαγραφήθηκαν πιο πάνω, έχουν αποτελέσει ξανά την αιχμή της πολιτικής δράσης που διαμορφώθηκε τα μεταπολεμικά χρόνια στην Ευρώπη και άλλες ανεπτυγμένες χώρες και έμεινε γνωστή σαν «σοσιαλδημοκρατία». Στις κοινωνίες που είχαν επιζήσει του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα σοσιαλιστικά και δημοκρατικά κόμματα σχεδίαζαν εκτεταμένες παρεμβάσεις στην οικονομία, τα βασικά κοινωνικά αγαθά και τις υποδομές προκειμένου να ανεβάσουν την παραγωγική ικανότητα της χώρας, να αυξήσουν την απασχόληση και να γεφυρώσουν τις ανισότητες εισοδήματος. Η χρηματοδότηση γινόταν με την κατάλληλη δημοσιονομική επέκταση, ενώ οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων έδινε την δυνατότητα στην κάθε οικονομία να ασκεί μια σχετικά ανεξάρτητη νομισματική πολιτική και να διορθώνει μικρές απώλειες ανταγωνιστικότητας. Η υιοθέτηση και εφαρμογή των πολιτικών αυτών γινόταν με ισχυρές πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες που ενίσχυαν τους δημοκρατικούς θεσμούς και τα δικαιώματα των εργαζομένων.

Αυτή ήταν η «ένδοξη τριακονταετία» 1950-1980 που μεταμόρφωσε την Δυτική Ευρώπη από ένα κατεστραμμένο τοπίο του πολέμου σε μια επίζηλη ομάδα χωρών με ευημερία, δημοκρατικές κατακτήσεις και μια πίστη στις κοινές προοπτικές τους που από νωρίς άρχισαν να παίρνουν την μορφή μιας ολοένα και στενότερης ευρωπαϊκής ενοποίησης και διεύρυνσης.

Η πορεία αυτή ανακόπηκε βίαια στις δεκαετίες 1970-80, όταν ξέσπασαν οι μεγάλες ανατιμήσεις στην τιμή του πετρελαίου. Η πετρελαϊκή κρίση έπληξε την ικανότητα της οικονομίας όχι να καταναλώνει επαρκώς όπως γινόταν μέχρι τότε, αλλά να παράγει ανταγωνιστικά. Ήταν ένα σοκ προσφοράς και οι παραδοσιακές πολιτικές ζήτησης δεν μπορούσαν να το αντιμετωπίσουν, αλλά οδήγησαν πολύ σύντομα σε ένα νέο φαινόμενο, τον στασιμοπληθωρισμό.

Να βρίσκεται δηλαδή η οικονομία σε παρατεταμένη ύφεση και η προσπάθειες ανέλκυσης να μην έχουν κανένα αποτέλεσμα παρά μόνο να επιτείνουν και άλλο τον πληθωρισμό, και να φουσκώνουν τα ελλείμματα και το χρέος. Η χρεοκοπία της παραδοσιακής οικονομικής πολιτικής, σύντομα έφερε και την κατάρρευση των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων και την επικράτηση νεοφιλελεύθερων καθεστώτων σε πολλές χώρες έως την δεκαετία του 1990.

Στο διάστημα αυτό, η ηττημένη σοσιαλδημοκρατία βρήκε χρόνο να αναστοχαστεί και να αναδιοργανωθεί. Τότε ήταν που κατανόησε ότι έννοιες όπως η ανταγωνιστικότητα πρέπει να εξελίσσονται με τρόπο συμβατό με τις μισθολογικές αμοιβές και όχι ερήμην τους. Ότι η επάρκεια και ποιότητα των υποδομών σε μια οικονομία αναβαθμίζει την παραγωγική διαδικασία πολύ πιο αποτελεσματικά από τις αδιάκοπες επιδοτήσεις χρεοκοπημένων επιχειρήσεων. Ότι η προαγωγή της επιχειρηματικότητας δημιουργεί συνθήκες υψηλής προστιθέμενης αξίας σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από τις διοικητικές παρεμβάσεις του κράτους.

Ακόμα πιο σημαντική ήταν η αναβαθμισμένη οπτική για το κοινωνικό κράτος και τα δημόσια αγαθά, όπως η παιδεία και η υγεία. Τα οποία για να προσφέρονται με επάρκεια πρέπει να αξιολογείται διαρκώς τόσο η ποιότητα παροχής τους όσο και το αποτέλεσμα που έχουν στην βελτίωση της ζωής των πολιτών. Έτσι διαμορφώθηκε σταδιακά ένα νέο ρεύμα σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής, το οποίο την τελευταία διετία έχει αρχίσει να επιστρέφει πλησίστιο στην διακυβέρνηση αρκετών ευρωπαϊκών και άλλων ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών.

Η ανάγκη για μια σύγχρονη σοσιαλδημοκρατική διακυβέρνηση κορυφώθηκε την περίοδο της πανδημίας, όταν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες συνειδητοποίησαν τρεις ξεχασμένες προτεραιότητες:

(α) την σημασία ενός δημόσιου και αποτελεσματικού συστήματος υγείας, τις ανάγκες του οποίου δεν μπορεί να καλύψει η περιορισμένη ιδιωτική ιατρική.

(β) την σημασία ενός συστήματος παραγωγής με σύγχρονες υποδομές μεταφοράς για να ανταπεξέλθει σε συνθήκες γενικευμένου λοκντάουν και υγειονομικών ελέγχων.

(γ) την ανάγκη για μια προηγμένη εκπαίδευση και απασχόληση που μπορεί να διεξάγεται υβριδικά και εξ αποστάσεως ώστε να μην διακόπτεται από παρατεταμένα φαινόμενα κοινωνικής απόστασης, ενώ ταυτόχρονα θα διασφαλίζει δικαιώματα και ευκαιρίες για να μην γίνονται οι εργαζόμενοι θύματα σε αθέμιτες πρακτικές εκμετάλλευσης.

Και οι τρεις προτεραιότητες δείχνουν προς την κατεύθυνση ανασύστασης ενός «κράτους-στρατηγείου» που θα αντικαταστήσει τις μισοδιαλυμένες δομές και τις ανεπάρκειες της προηγούμενης φάσης. Η ανάγκη επανάκαμψης του σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου οργάνωσης και ανάπτυξης γίνεται ιδιαίτερα πιεστική για την Ελλάδα, η οποία – μαζί με άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης – δοκιμάστηκε σκληρά την περίοδο των

Μνημονίων και αναγκάστηκε να περικόψει ζωτικές λειτουργίες του κράτους και μάλιστα κατεξοχήν στους τομείς που βρίσκονται σήμερα σε προτεραιότητα.

Η εφαρμογή σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών ανάπτυξης μπορεί να γίνει ακόμα πιο αποτελεσματική από την στιγμή που η Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια ιστορική της απόφαση κατέληξε να εγκρίνει την σύσταση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για να χρηματοδοτήσει τις ανάλογες πολιτικές, με έμφαση στην Ψηφιακή μετάβαση προς σύγχρονες μεθόδους προσαρμογής και την Πράσινη μετάβαση προς την απανθρακοποίηση των παραγωγικών δραστηριοτήτων.

Όμως μία πολιτική που φιλοδοξεί να αλλάξει την ελληνική κοινωνία και να συντονιστεί με τις μεγάλες αλλαγές που γίνονται στην Ευρώπη, δεν μπορεί βασίζεται σε πολιτικές αναβίωσης του κρατισμού και των πελατειακών σχέσεων που επί δεκαετίες ταλαιπώρησαν τους Έλληνες πολίτες και έστειλαν το πιο ακμαίο τμήμα τους στο εξωτερικό για να αναζητήσει τις ευκαιρίες που δεν είχε εδώ. Ούτε γίνεται σαν μηχανιστική εφαρμογή ενός αναπτυξιακού πακέτου, όσο πλήρες και να θεωρείται. Χρειάζεται να τεθούν ξεκάθαρα πολιτικά κριτήρια για το ποιοι θα ωφεληθούν από τις εκάστοτε επιλογές, αν θα διαλέξουμε να αναπαράγουμε ή να μετασχηματίσουμε το παραγωγικό μοντέλο, αν καταφέρουμε να νικήσουμε τις κοινωνικές ανισότητες ή θα τις αφήσουμε να μεγαλώνουν.

Ξεπροβάλλουν έτσι δύο πιθανές προσεγγίσεις: Μία είναι η παραδοσιακή πολιτική των αλόγιστων παροχών και επιδοτήσεων προς υφιστάμενες επιχειρήσεις με την ψευδαίσθηση ότι έτσι θα τονώσουν την ζήτηση, θα αυξήσουν την παραγωγή και θα συγκρατήσουν την απασχόληση. Στην Ελλάδα την πολιτική αυτή την έχουν ακολουθήσει κάμποσες κυβερνήσεις και πιο πρόσφατα η παρούσα με την ξέφρενη χρηματοδότηση κάθε αιτήματος από υπαρκτή ή ανύπαρκτη επιχείρηση που ισχυριζόταν ότι βρέθηκε σε οικονομική απραξία λόγω πανδημίας.

Αποτέλεσμα ήταν αφενός μεν να μην συντελεστεί καμμία ουσιαστική αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου λόγω ανυπαρξίας ελέγχων και αξιολόγησης, και αφετέρου να αδειάσουν τα κρατικά ταμεία κατά 43 δισεκ. Ευρώ απειλώντας άμεσα την δημοσιονομική ικανότητα της χώρας αν τυχόν χρειαστούν νέες παρεμβάσεις στην ενεργειακή κρίση. Στην πραγματικότητα, η πολιτική αυτή ήταν ίδια με τις αδιέξοδες επιλογές της δεκαετίας του 1970-80, οι οποίες δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν την

αλλαγή των συνθηκών και με τις υπέρογκες αυξήσεις υποδαύλιζαν τον πληθωρισμό και το χρέος.

Η άλλη πολιτική είναι να εφαρμοστεί ένα σύγχρονο σοσιαλδημοκρατικό πλαίσιο, που βασίζεται σε πρωτοβουλίες καθολικής αναβάθμισης της παραγωγής, του επιχειρηματικού κλίματος και του εργασιακού περιβάλλοντος. Προφανώς θα περιλαμβάνονται και επιδοτήσεις παραγωγής, αλλά θα είναι στοχευμένες και θα σκοπεύουν στην απόκτηση ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων από εργαζόμενους και επιχειρήσεις.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο ταυτόχρονης αναβάθμισης εργασίας και κεφαλαίου μπορεί να υλοποιηθούν πολιτικές ουσιαστικών μισθολογικών αυξήσεων, καταπολέμησης της ανισότητας και σύγκλισης με τις πιο ανεπτυγμένες χώρες.

Με επίκεντρο και βασικό σημείο αναφοράς την Νέα Γενιά, η σοσιαλδημοκρατική πολιτική βγαίνει από τα στενά οικονομίστικα πλαίσια και αποκτά μια ευρύτερη διάσταση εθνικής στρατηγικής που υπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας και διασφαλίζει την ισχύ και την ευημερία της.

Πες τη γνώμη σου

Για να δεις τα σχόλια και να έχεις πρόσβαση σε όλες τις δυνατότητες της πλατφόρμας μπορείς εύκολα να συνδεθείς εδώ

Μπορείς να συμμετέχεις!

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *