Feedback

Ηλεκτρονική Υπηρεσία Υποστήριξης μελών & φίλων

Μέσα από το κίνημα η φωνή σου ακούγεται.

3. ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Αν αναλογιστεί κανείς πόσες διεθνείς διαταραχές, εσωτερικές πιέσεις και αλλαγές πλαισίου υπέστη το τραπεζικό σύστημα σε πολλές χώρες – αλλά και με ιδιαίτερη ένταση στην Ελλάδα – εδώ και 15 χρόνια, καταλαβαίνει πόση λίγη αξία έχει να στηρίζεται απλώς κανείς σε μια ευνοϊκή συγκυρία για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του. Καθώς τα προηγούμενα χρόνια η ελληνική οικονομία συνολικά δοκιμαζόταν από αλλεπάλληλα κύματα πιθανής χρεοκοπίας, βαθιάς ύφεσης, της απειλής του Grexit, της πανδημίας και τώρα της πολεμικής σύρραξης στην Ουκρανία, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα υπέστη και αυτό μεγάλους κραδασμούς, χωρίς όμως τελικά να καταρρεύσει.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ πολλές μορφές αποθεματοποίησης πλούτου και επενδύσεων, όπως μετοχές, κρατικά ομόλογα αλλά και φυσικά περιουσιακά στοιχεία υπέστησαν μεγάλη απαξίωση, οι τραπεζικές καταθέσεις άντεξαν και μάλιστα διατηρώντας την αγοραστική τους δύναμη. Παρά τον καταρράκτη επικρίσεων και αφορισμών που επέπεσε επί δικαίων και αδίκων όλη εκείνη την περίοδο, οι ελληνικές τράπεζες κατάφεραν όχι μόνο να επιβιώσουν αλλά και σε σημαντικό βαθμό να προσαρμοστούν στις εξελίξεις – παρά τις ασυνήθιστες δυσκολίες.

Μετά από μια σειρά μετασχηματισμών και προσαρμογών, σήμερα αποτελούν τους μοναδικούς μηχανισμούς χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας στην προσπάθεια μετασχηματισμού της σε κατευθύνσεις περιβαλλοντικά φιλικότερες, ψηφιακά καινοτόμες, εμπορικά ανταγωνιστικές και κοινωνικά χρήσιμες. Για να γίνει όμως αυτό αποτελεσματικά, υπάρχουν οι εξής τέσσερις προϋποθέσεις: ρευστότητα, εξυγίανση, δικτύωση, εποπτεία.

3.1 Ρευστότητα

Η εξέλιξη της ρευστότητας των τραπεζών βαίνει θετικά τα τελευταία δύο χρόνια, για λόγους όμως που δεν σχετίζονται πάντα με μία ανάλογη βελτίωση του οικονομικού κλίματος. Για παράδειγμα, το 2020 οι καταθέσεις επιχειρήσεων και νοικοκυριών αυξήθηκαν σχεδόν κατά 20 δισεκ. Ευρώ, ενώ η δραστηριότητα μειώθηκε κατά -9%.

Το ίδιο παρατηρείται και στις συγκρίσεις μακρύτερων περιόδων: Τον περασμένο Ιανουάριο 2022 σημειώθηκε περαιτέρω αύξηση των καταθέσεων στα 186 δισεκ. Ευρώ. Στο επίπεδο αυτό ήταν και στις αρχές του 2011, πριν δηλαδή αρχίσει η μεγάλη απόσυρση εξαιτίας της αβεβαιότητας του PSI και του ενδεχόμενου Grexit. Και πάλι όμως μπορεί κανείς να δει ότι η δραστηριότητα σήμερα παραμένει περίπου -20% χαμηλότερη από την αντίστοιχη του 2011.

Αιτία είναι ότι στο μεγαλύτερο μέρος τους η αύξηση των καταθέσεων προέρχεται από τις μαζικές δημοσιονομικές ενισχύσεις (αλλά και τις ποικίλες αναστολές υποχρεώσεων) που δόθηκαν για την αντιμετώπιση της οικονομικής απραξίας που προκάλεσε η πανδημία, ενώ για τους ίδιους λόγους είχε υποχωρήσει αισθητά η ζήτηση δανείων από τις επιχειρήσεις.

Ελπίζει κανείς ότι η επάρκεια ρευστότητας θα συνεχιστεί τα προσεχή χρόνια για τους σωστούς αυτή την φορά λόγους. Δηλαδή, από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης με τους οποίους θα χρηματοδοτηθούν οι επενδύσεις Πράσινης και Ψηφιακής Μετάβασης για να οδηγήσουν την ελληνική οικονομία σε μια μόνιμη επανευθυγράμμιση υψηλότερης και βιώσιμης ανάπτυξης. Χρειάζεται όμως να προσέξουμε δύο σημεία:

Ένα, την διάχυση επαρκών πόρων σε όλο το φάσμα μεγέθους των επιχειρήσεων. Αυτό συχνά χρειάζεται ειδική μέριμνα για τις μικρές που πιθανόν να δοκιμάστηκαν περισσότερο στην πανδημία και γνώρισαν την αποκοπή τους από την εφοδιαστική αλυσίδα. Από την άλλη πρέπει να ενθαρρυνθούν από τις ίδιες τις τράπεζες να συμμετάσχουν σε συστάδες (clusters), εξαγορές και συγχωνεύσεις που θα τους δώσουν περισσότερα πλεονεκτήματα και αντοχή στον διεθνή ανταγωνισμό.

Δύο, την αυστηρή αξιολόγηση των υποψήφιων επενδυτικών σχημάτων με κριτήρια την ανταγωνιστικότητα, τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις και την δημιουργία Εγχώριας Προστιθέμενης Αξίας. Μόνο με την ενίσχυση της ελληνικής παραγωγής, θα αυξήσουμε την αντοχή της οικονομίας σε μελλοντικούς διεθνείς κλυδωνισμούς. Τόσο στην πανδημία, όσο και τώρα στον πόλεμο, οι οικονομίες που βασιζόταν υπερβολικά σε ξένες εισροές – αντί για εσωτερικές πηγές - υπέστησαν δραματική καθίζηση και αυτό στέρεψε τις χρηματορροές προς το εγχώριο τραπεζικό σύστημα.

3.2 Εξυγίανση χαρτοφυλακίου

Είναι γεγονός ότι έχουν περιοριστεί σημαντικά οι μη-εξυπηρετούμενες απαιτήσεις των συστημικών τραπεζών. Κατά την διάρκεια του 2021 τα Μη-εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) περιορίστηκαν στο 20% του συνόλου από 30% στο τέλος του 2020 – αν και πάλι η αναλογία τους παραμένει δεκαπλάσια από την μέση τιμή της Ευρωζώνης. Ακόμα πρέπει να επισημανθεί ότι πολλά από τα μη-εξυπηρετούμενα αφορούν στον τομέα των υπηρεσιών, με εξαιρετικά αμφίβολη την πιθανότητα ρυθμίσεων ή ανάκτησης.

Είναι επίσης δηλωτικό της αποφυγής οριστικών και ξεκάθαρων λύσεων η πολιτική που συνιστά κάθε τόσο η κυβέρνηση (όπως και οι προηγούμενες βέβαια) προς τις τράπεζες να επιμένουν ή να αναβάλουν πλειστηριασμούς ανάλογα με την οικονομική συγκυρία και το πολιτικό κλίμα. Σε πρακτικό επίπεδο, αυτή η πολιτική ακορντεόν ωφελεί φυσικά τους συστηματικούς «μπαταχτσήδες» εις βάρος των συμμορφούμενων, δημιουργώντας όλο και περισσότερους θύλακες εκμετάλλευσης του συστήματος.

Ένα κρίσιμο ζήτημα για να μειωθεί το υπερβολικό «μπούκωμα» μιας ομάδας ευνοούμενων επενδυτών, είναι αν οι αξιολογήσεις λαμβάνουν υπόψη τους την συμπεριφορά των επιχειρήσεων – και ιδίως των επιχειρηματιών – στην προγενέστερη φάση που εκτινάχθηκαν τα ΜΕΔ. Ένας μηχανισμός εντοπισμού των προβληματικών επιχειρήσεων θα ήταν μέσω του συστήματος Λευκός Τειρεσίας που άρχισε να δημιουργείται το 2018 αλλά δεν ολοκληρώθηκε ούτε τέθηκε μέχρι σήμερα σε εφαρμογή.

3.3 Δικτύωση

Οι ελληνικές τράπεζες πρέπει να βρίσκονται εκεί που υπάρχουν προοπτικές ανάπτυξης. Μετά την πανδημία και ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, είναι πιθανό η προγενέστερη τάση της παγκοσμιοποίησης να ανακοπεί και η δραστηριότητα να συγκεντρωθεί σε γεωγραφικές περιφέρειες. Μία από αυτές είναι η περιοχή των Βαλκανίων, όπου ανήκουν χώρες ήδη μέλη της ΕΕ καθώς και χώρες που αγωνιούν να μπουν στην ΕΕ με το λεγόμενο σχήμα ένταξης των Δυτικών Βαλκανίων. Και πλέον οι λόγοι δεν είναι μόνο οικονομικοί, όπως όλοι αντιλαμβανόμαστε. Στην διαδικασία αυτή οι ελληνικές τράπεζες θα μπορούσαν να παίξουν σημαντικό ρόλο, πλην όμως έχουν αποδεκατιστεί!

Από την δεκαετία του 1990, οι ελληνικές τράπεζες είχαν αναπτύξει εκτεταμένη παρουσία στην περιοχή των Βαλκανίων. Στην κορύφωση, είχαν παρουσία σε 16 χώρες, ένα δίκτυο 3.500 καταστημάτων και 50.000 εργαζομένους. Οι ελληνικές τράπεζες υποστήριζαν τις δραστηριότητες πολλών ελληνικών επιχειρήσεων στην περιοχή των Βαλκανίων, συμμετείχαν πρωταγωνιστικά στις αποκρατικοποιήσεις πολλών κρατικών ομίλων και προχωρούσαν σε εξαγορές και συγχωνεύσεις με τοπικά πιστωτικά ιδρύματα. Η πιο θεαματική στιγμή ήταν το 2006 όταν εξαγόρασαν επτά πιστωτικά ιδρύματα έναντι 3 δισεκ. Ευρώ. Μετά το 2009, άρχισε όμως η αντίστροφη πορεία.

Προφανώς η αναδιάρθρωση των ελληνικών τραπεζών σύμφωνα με τις προβλέψεις των Μνημονίων θα έπρεπε να περιλαμβάνει και μία αναλογική προσαρμογή της παρουσίας τους στο εξωτερικό. Η αίσθηση όμως που συχνά επικρατεί είναι ότι με μοχλό την ανακεφαλαιοποίηση, η πίεση που ασκήθηκε από τους πιστωτές υπερέβη τις καλές πρακτικές και οδήγησε στην έκλειψη του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από ένα ζωτικό χώρο. Σήμερα διατηρούνται μόνο 12 θυγατρικές με λιγότερους από 10.000 εργαζομένους.

Είναι αδήριτη ανάγκη για τις ελληνικές τράπεζες να ξαναβρούν τον μίτο της παρουσίας και δράσης τους στον χώρο των Βαλκανίων και της ΝΑ Ευρώπης γενικότερα. Για μεν τις χώρες που σήμερα ανήκουν στην ΕΕ, οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να συμμετέχουν σε πολλά επενδυτικά πρότζεκτ του Ταμείου Ανθεκτικότητας & Ανάκαμψης (ΤΑΑ), ιδιαίτερα σε όσα θα μπορούσαν να έχουν διασυνοριακό χαρακτήρα. Παράδειγμα, η χρηματοδότηση δικτύων και υποδομών στον τομέα της ενέργειας, των μεταφορών, logistics, κλπ. Τέτοιες πρωτοβουλίες θα τις εντάξουν φυσιολογικά στην λεγόμενη «Συμμαχία του Νότου» μαζί με τα άλλα κράτη της ΕΕ που σήμερα προσπαθούν να διαμορφώσουν πιο ανταγωνιστικές οικονομίες και να γεφυρώσουν τις μεγάλες ανισότητες με τον Βορρά.

Με τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων που δεν έχουν ακόμα ενταχθεί στην ΕΕ, οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά στην ενταξιακή τους διαδικασία και να αξιοποιήσουν το κεφάλαιο τεχνογνωσίας που έχει συσσωρευτεί από την Τράπεζα Ανάπτυξης & Επενδύσεων της Μαύρης Θάλασσας.

3.4 Εποπτεία

Στο ζήτημα της εποπτείας πιστεύουμε ότι ήλθε ο καιρός οι ελληνικές τράπεζες να αντιμετωπίζονται με παρόμοια θεσμικά εργαλεία όπως και στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης. Όταν ξέσπασε η κρίση χρέους το 2010 και οι ελληνικές τράπεζες έπρεπε να ανακεφαλαιοποιηθούν και να αναδιαρθρωθούν, η τεχνογνωσία που εκόμισε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ήταν καταλυτική και κάλυψε την απουσία αντίστοιχων μηχανισμών στην Ευρωζώνη.

Έκτοτε όμως έχουν σημειωθεί σημαντικά βήματα στην τραπεζική εποπτεία, τόσο με τον SSM όσο και με τις πολιτικές της ΕΚΤ. Σε τέτοιες συνθήκες, πρέπει σύντομα να διαμορφωθεί μία στρατηγική εξόδου του ΤΧΣ από τον ρόλο εποπτείας των τραπεζών και η τεχνογνωσία να απορροφηθεί από τους άλλους θεσμούς που έχουν πλέον καθιερωθεί. Το επενδυτικό χαρτοφυλάκιο μπορεί να διατηρηθεί αυτοτελώς ή να υπαχθεί στο Υπουργείο Οικονομικών και σταδιακά να διατεθεί στην αγορά όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν.

Μαζί με την στρατηγική εξόδου, πρέπει το τραπεζικό σύστημα να απαλλαγεί πλέον από την καχυποψία ή/και την προκατάληψη που οδήγησαν σε αποκλεισμό στελεχών από τις διοικήσεις με κριτήρια που σχετίζονται όχι με την καταλληλότητα τους αλλά την εθνικότητα. Στις νέες συνθήκες που έχουμε μπροστά μας, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα μπορεί να ανταπεξέλθει με επάρκεια αλλά πρέπει να αφεθεί να δείξει τις δυνάμεις του.

α. Κεφαλαιαγορά και Υπερταμείο

Μια παράλληλη ζωτική λειτουργία του τραπεζικού συστήματος είναι η ενθάρρυνση των επιχειρήσεων να υιοθετούν σύγχρονα εργαλεία άντλησης κεφαλαίων από την ελληνική και τις διεθνείς αγορές. Η διαδικασία αυτή θα οδηγήσει σε μια ουσιαστική ανάπτυξη της εγχώριας κεφαλαιαγοράς που μετά θα ενισχύσει με νέα κεφάλαια το τραπεζικό σύστημα και τις επιχειρήσεις. Θα ενισχύσει επίσης το κεφαλαιοποιητικό σύστημα επικουρικής ασφάλισης με επιλογές εσωτερικού προσανατολισμού, με αποτέλεσμα την αύξηση των εγχώριων επενδύσεων αλλά και την αποφυγή διοχέτευσης των κεφαλαίων προς επένδυση στο εξωτερικό.

Κρίσιμο ρόλο στην δραστηριοποίηση επενδύσεων και την ανάπτυξη της κεφαλαιαγοράς μπορεί επίσης να παίξει και το λεγόμενο «Υπερταμείο», το οποίο σήμερα κατέχει τόσο τις μετοχές του ΤΧΣ όσο και των υπόλοιπων ΔΕΚΟ, ως απαίτηση σε βάρος της ελληνικής κυβέρνησης μετά το Δημοψήφισμα τον Ιούλιο 2015. Ο χαρακτήρας του και οι όροι λειτουργίας είναι πρωτοφανείς για μια ευρωπαϊκή οικονομία του 21ου αιώνα και δείχνει την παθογένεια που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει κεντρικές οικονομικές δομές στην χώρα μας παρά την τυπική λήξη των Μνημονίων. Πιστεύουμε ότι όπως και για το ΤΧΣ, ανάλογη διαδικασία απεμπλοκής από την ιδιοκτησία και τον έλεγχο των ξένων πιστωτών πρέπει να εφαρμοστεί και στο Υπερταμείο.

Για την διοίκηση του, ισχύουν ακριβώς όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω για το καθεστώς επιλογής ξένων στις τράπεζες και είναι πλέον καιρός να εφαρμοστούν επιτέλους ανοικτές αξιοκρατικές διαδικασίες. Αφού επανέλθει σε εθνικό έλεγχο, το Υπερταμείο πρέπει να εξελιχθεί σε ένα φορέα τριμερούς αποστολής για την χρηματοδότηση μακροχρόνιων επενδύσεων, συστηματικής αποπληρωμής μέρους του δημόσιου χρέους και μελλοντικής στήριξης του ασφαλιστικού συστήματος για την Νέα Γενιά.

Πες τη γνώμη σου

Για να δεις τα σχόλια και να έχεις πρόσβαση σε όλες τις δυνατότητες της πλατφόρμας μπορείς εύκολα να συνδεθείς εδώ

Μπορείς να συμμετέχεις!

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *