Feedback

Ηλεκτρονική Υπηρεσία Υποστήριξης μελών & φίλων

Μέσα από το κίνημα η φωνή σου ακούγεται.

2.ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Όταν η χώρα άρχισε το 2018 να βγαίνει σταδιακά από τα Μνημόνια Προσαρμογής, η ελληνική οικονομία χαρακτηριζόταν από μια σειρά αντιφατικών μηνυμάτων: οι μακρο-οικονομικές βελτιώσεις συνυπήρχαν με πολλές μικρο-οικονομικές αγκυλώσεις, τα εξωτερικά ελλείμματα είχαν εξαλειφθεί όχι όμως και η χρόνια αδυναμία μαζικών εξαγωγών, τα έσοδα είχαν βελτιωθεί θεαματικά αλλά το φορολογικό σύστημα περιείχε πλήθος στρεβλώσεων, ενώ το ασφαλιστικό οικοδόμημα είχε μεν αποφύγει την κατάρρευση αλλά βυθιζόταν σε μια πρωτοφανή γραφειοκρατία και αδιαφάνεια. Η οικονομία είχε γλυτώσει την ανοιχτή χρεοκοπία και την έξοδο από το Ευρώ, χωρίς όμως να διαθέτει ακόμα διασφαλίσεις για μια απρόσκοπτη πορεία στο μέλλον.

Για παράδειγμα, το δημοσιονομικό έλλειμμα περιορίστηκε πράγματι δραστικά, από το 16% περίπου του ΑΕΠ το 2009, στο 4% του ΑΕΠ το 2016. Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι το πρωτογενές έλλειμμα από 10% του ΑΕΠ το 2009, μετατράπηκε σε πλεόνασμα 3,20% του ΑΕΠ το 2016. Όμως οι δαπάνες ενδέχεται στο μέλλον να αυξηθούν προκειμένου να επαναφέρουν ζωτικές λειτουργίες του κράτους σε κανονικά επίπεδα. Οι φόροι είναι πιθανόν να μειωθούν για να τροφοδοτήσουν μια ανάκαμψη της οικονομίας, ενώ οι δημόσιες επενδύσεις θα πρέπει να ενισχυθούν για να περιορίσουν την μεγάλη απαξίωση υποδομών που έχει συντελεστεί. Όλοι αυτοί οι παράγοντες θα ελαττώσουν την δημοσιονομική πειθαρχία και τα ελλείμματα θα πιεστούν ανοδικά.

Παρομοίως, το εξωτερικό έλλειμμα είχε μεν χαλιναγωγηθεί στην διάρκεια των Μνημονίων και από το -14% του ΑΕΠ το 2009, έφτασε σχεδόν σε κατάσταση ισορροπίας το 2016. Όμως αυτό δεν οφείλεται σε μαζική αφύπνιση των εξαγωγών, παρά την σημαντική μείωση του μισθολογικού κόστους και την εντυπωσιακή επίδοση του τουρισμού το 2019. Ήταν κυρίως αποτέλεσμα του δραστικού περιορισμού της ζήτησης των εισαγωγών, λόγω της παρατεταμένης ύφεσης. Με την ανάκαμψη της οικονομίας, οι εισαγωγές θα εκτιναχθούν εκ νέου, ενώ οι εξαγωγές θα παραμείνουν σχεδόν καθηλωμένες, ιδιαίτερα μάλιστα αν αρχίσουν να δίνονται κάποιες αυξήσεις στις μισθολογικές αμοιβές του ιδιωτικού τομέα μετά από μια μακρά περίοδο συμπίεσης.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η Ελλάδα - για αρκετά χρόνια μετά την κορύφωση της οικονομικής κρίσης και την έναρξη εφαρμογής των Προγραμμάτων Προσαρμογής - εξακολουθούσε να βρίσκεται σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, με σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες και χωρίς να έχουν εξαλειφθεί τα αίτια για τις προηγούμενες παθογένειες.

Τρία ήταν τα μεγάλα προβλήματα που εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει:

1. Το πρώτο ήταν η μεγάλη αποεπένδυση που είχε υποστεί η παραγωγική διαδικασία, ιδιωτική και δημόσια, στις επιχειρήσεις και τις υποδομές. Για να αναπληρώσει το κενό, η χώρα έπρεπε να πραγματοποιήσει μέσα σε μια δεκαετία πάγιες επενδύσεις ύψους περίπου 100 δισεκ. Ευρώ για να αποκαταστήσει το δυναμικό και την απασχόληση που είχε πριν την κρίση του 2010. Το ποσόν ήταν εξαιρετικά μεγάλο και για να προσελκυστεί θα χρειαζόταν δραστικές παρεμβάσεις στην λειτουργία του κράτους, την αποτελεσματικότητα των θεσμών και την χρηματοδοτική επάρκεια του τραπεζικού συστήματος. Κανένα από αυτά δεν ικανοποιούνταν εκείνη την περίοδο και γιαυτό άλλωστε οι επενδύσεις δεν ανταποκρινόταν στις απανωτές προσκλήσεις των ελληνικών αρχών.

Επιπλέον, η υπαγωγή όλων των δημοσίων επιχειρήσεων στο λεγόμενο Υπερταμείο για μία περίοδο κηδεμονίας 99 ετών, προσέδιδε στην ελληνική οικονομία χαρακτηριστικά εξάρτησης που είναι ασύμβατα με την ελευθερία των επενδύσεων και το καθεστώς διαφάνειας που απαιτείται για να προσελκυστούν ξένα κεφάλαια.

2. Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας ήταν το υψηλό δημόσιο χρέος, η αποπληρωμή του οποίου απαιτούσε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που πιθανότατα θα προκαλούσαν ασφυξία στην αναπτυξιακή διαδικασία. Τελικά το πρόβλημα διευθετήθηκε με την επιμήκυνση των πληρωμών σε μεγάλη χρονική κλίμακα και την συμφωνία για την συσσώρευση πιο μετριοπαθών πλεονασμάτων. Δεν παύει όμως το χρέος να είναι πολύ υψηλό ως ποσοστό του ΑΕΠ. Αν μέχρι τέλος της τρέχουσας δεκαετίας δεν έχει μειωθεί λόγω της ανάπτυξης ή/και της μείωσης των επιτοκίων θα απαιτηθούν νέες ρυθμίσεις επέκτασης των αποπληρωμών για να ξαναγίνει διαχειρίσιμο.

3. Το τρίτο σύμπλεγμα προβλημάτων περιλαμβάνει το φορολογικό και το ασφαλιστικό σύστημα. Και τα δύο χαρακτηρίζονται από μεγάλες επιβαρύνσεις των εργαζομένων και των επιχειρήσεων, χαμηλή εισπραξιμότητα εσόδων, πολύπλοκους και ακατανόητους κανόνες, ενώ η διαχείριση τους στην χρηματοδότηση δαπανών και συντάξεων είναι συχνά αδιαφανής, άδικη και αναποτελεσματική.

Τα προβλήματα αυτά προκαλούν τόσες στρεβλώσεις που τελικά συρρικνώνουν την επιχειρηματικότητα και περιορίζουν τις προοπτικές απασχόλησης και αμοιβών των εργαζομένων. Ένα σημαντικό μέρος νέων εργαζομένων επέλεξε να μεταναστεύσει την περίοδο της κρίσης και δεν δείχνει καμμία διάθεση παλινόστησης μετά το πέρας των Μνημονίων.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, η διατύπωση προτάσεων οικονομικής πολιτικής ξεπερνά σήμερα κατά πολύ την απαίτηση μιας καλύτερης διαχείρισης της συγκυρίας ή ακόμη και την επίτευξη κάποιου συγκεκριμένου επιμέρους στόχου τα επόμενα χρόνια. Οφείλει να αντιμετωπίζει όχι μόνο τα βραχυχρόνια προβλήματα, αλλά ταυτόχρονα να οδηγεί σε μια νέα δυναμική, ικανή να ανατρέψει τις αρνητικές μακροχρόνιες τάσεις. Η ανάγκη αυτή κατέστη αδήριτη με τα όσα ακολούθησαν από το 2019 μέχρι σήμερα: η ελληνική κοινωνία αποδιαρθρώθηκε από το κύμα της πανδημίας που διαρκεί έως σήμερα, η οικονομία δοκιμάζεται από το κύμα ακρίβειας στα ενεργειακά καύσιμα και η χώρα συνολικά απειλείται από μια σειρά επικίνδυνων γεωπολιτικών αναταράξεων.

Πες τη γνώμη σου

Για να δεις τα σχόλια και να έχεις πρόσβαση σε όλες τις δυνατότητες της πλατφόρμας μπορείς εύκολα να συνδεθείς εδώ

Μπορείς να συμμετέχεις!

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *