Feedback

Ηλεκτρονική Υπηρεσία Υποστήριξης μελών & φίλων

Μέσα από το κίνημα η φωνή σου ακούγεται.

2. ΕΝΑ ΔΙΚΑΙΟΤΕΡΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

2.1 Σημερινές στρεβλώσεις

Σύμφωνα με όλες τις διαπιστώσεις και τις πρόσφατες εμπειρικές έρευνες, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει ένα από τα πιο αποτελεσματικά και συνάμα επιβαρυντικά φορολογικά συστήματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το ελληνικό μίγμα φορολογικής πολιτικής παρουσιάζει εξαιρετικές στρεβλώσεις ακόμη και σε σχέση με τα δεδομένα των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης που κατά τεκμήριο έχουν μικρότερη διάρκεια εφαρμογής.

Οι στρεβλώσεις αφορούν και τις δύο βασικές κατηγορίες φορολογικών πηγών, δηλαδή τόσο την άμεση όσο και την έμμεση φορολογία. Στην άμεση φορολογία εισοδήματος τα προβλήματα εστιάζονται στην μεγάλη αποφυγή υποβολής φορολογικών δηλώσεων και την εκτεταμένη φοροδιαφυγή που κάτι τέτοιο συνεπάγεται. Παρά τις βελτιώσεις που σημειώθηκαν πρόσφατα για να αμβλυνθούν ορισμένες επιβαρύνσεις που είχαν επιβληθεί ιδιαίτερα με το Γ΄ Μνημόνιο, η φορολογία εισοδήματος εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από έντονες στρεβλώσεις σε βάρος των μεσαίων εισοδημάτων και μεγάλη πολυπλοκότητα με τους πολλούς συντελεστές. Στόχος πρέπει να είναι η ελάφρυνση του φορολογικού βάρους και η απλοποίηση των διαδικασιών.

Ακόμα πιο εξόφθαλμη στρέβλωση παρατηρείται όμως στην έμμεση φορολογία. Σύμφωνα με τα συγκριτικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η Ελλάδα ενώ έχει τον 3ο υψηλότερο ονομαστικό κύριο συντελεστή ΦΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατατάσσεται 15η σε έσοδα από Φόρους Προστιθέμενης Αξίας ως ποσοστό του ΑΕΠ. Επιπλέον, ενώ είναι τρίτη σε έσοδα από φόρους επί της κατανάλωσης ως ποσοστό του ΑΕΠ, κάτι που προκαλεί μια από τους μεγαλύτερους λόγους έμμεσων και άμεσων φόρων ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ, εν τέλει ο τεκμαρτός συντελεστής φορολόγησης της κατανάλωσης υπολογίζεται στο 17,7% και κατατάσσει τη χώρα μας στη 19η θέση ανάμεσα σε αυτές της ΕΕ .

Τα στοιχεία αυτά υποδηλώνουν εξαιρετικά χαμηλή εισπραξιμότητα των φόρων κατανάλωσης που επιβεβαιώνεται και από πλειάδα εγχώριων ερευνών. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το λεγόμενο «χάσμα έμμεσης φορολογίας», δηλαδή ο οφειλόμενος αλλά ανείσπρακτος από τις φορολογικές αρχές ΦΠΑ στην Ελλάδα(VAT Gap), ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο στην ΕΕ και υπολογίζεται γύρω στο 25,8% της συνολικής φορολογικής οφειλής ΦΠΑ. Αυτό αντιπροσωπεύει ένα ποσόν της τάξεως των 5,35 δισ. Ευρώ, δηλαδή άνω του 2,5% του ΑΕΠ.

Η ανάκτηση της φορολογικής αυτής απώλειας θα δημιουργούσε σημαντικά νέα περιθώρια στην δημοσιονομική πολιτική και μία αποτελεσματική μέθοδος είναι η επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, όπως περιγράφεται στην συνέχεια.

2.2 Γενίκευση ηλεκτρονικών πληρωμών

Η αύξηση της αξίας των ηλεκτρονικών πληρωμών έχει θετική επίδραση όχι μόνο στην εισπραξιμότητα του ΦΠΑ, των υπόλοιπων φόρων κατανάλωσης αλλά και των φόρων εισοδήματος.

Μάλιστα οι προοπτικές για τα δημόσια έσοδα είναι πολύ μεγάλες αν συνυπολογιστεί συνδυαστικά ότι για το έτος 2019 σύμφωνα με το ΙΟΒΕ η συνολική χρήση καρτών ως ποσοστό της ιδιωτικής κατανάλωσης παραμένει 18,4 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει εκτιμήσει ότι μια αύξηση στο μερίδιο της ιδιωτικής καταναλωτικής δαπάνης που πραγματοποιείται μέσω πλαστικού χρήματος κατά μια ποσοστιαία μονάδα οδηγεί σε αύξηση των εσόδων ΦΠΑ κατά περίπου 1% το πρώτο έτος, η οποία μακροπρόθεσμα μπορεί να ανέλθει έως 6%.

Κατά συνέπεια, μία ασφαλής μέθοδος για την μείωση των υπέρμετρων επιβαρύνσεων έμμεσης φορολογίας, χωρίς τον κίνδυνο κατάρρευσης των κρατικών εσόδων, είναι η εφαρμογή πολιτικών που αυξάνουν την εισπραξιμότητα τους και δίνουν έτσι το περιθώριο μείωσης των συντελεστών. Κλειδί σε μία τέτοια προσπάθεια είναι η απευθείας είσπραξη τους μέσω των ηλεκτρονικών συναλλαγών.

Στην Ελλάδα η επιβολή των κεφαλαιακών περιορισμών το 2015, παρά τις καταστροφικές συνέπειες σε πολλά άλλα επίπεδα, έδωσε μια σημαντική ώθηση στην αξία των ηλεκτρονικών πληρωμών και πρωτίστως αυτών που πραγματοποιούνται με τη χρήση χρεωστικών ή πιστωτικών καρτών.

Ωστόσο η χώρα μας παραμένει από τις τελευταίες στην ΕΕ σε αξία ηλεκτρονικών πληρωμών ως ποσοστό της ιδιωτικής κατανάλωσης με το ρυθμό ετήσιας αύξησης της μάλιστα να σημειώνει κάμψη παρά τα κυβερνητικά μέτρα ενίσχυσης των ηλεκτρονικών πληρωμών που υιοθετήθηκαν και από την Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ.

Η εμφανής υστέρηση της χώρας όμως είναι ταυτόχρονα και μια ευκαιρία καθώς μια σοβαρή ενίσχυση των ηλεκτρονικών πληρωμών ως ποσοστό της κατανάλωσης και εν γένει του ΑΕΠ μπορεί να εξασφαλίσει δημοσιονομικό χώρο τόσο για διόρθωση του φορολογικού μίγματος προς μια πιο κοινωνικά δίκαιη κατεύθυνση αλλά και για την εξασφάλιση πόρων για την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους.

To ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής προτείνει μια κοινωνική συμφωνία με τους πολίτες ώστε η χώρα να καταστεί μια από τις πρώτες σε αριθμό αξία ηλεκτρονικών πληρωμών ως ποσοστό της ιδιωτικής κατανάλωσης και αντιστοίχως με τα χαμηλότερα ελλείμματα ΦΠΑ.

Αυτός ο στόχος δεν είναι ακατόρθωτος. Ήδη επετεύχθη από την Πορτογαλία η οποία μέσα σε διάστημα λίγων ετών βρέθηκε από τις τελευταίες θέσεις στη χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών ανάμεσα στις πρώτες της ΕΕ, με τις πληρωμές σε ρευστό να έχουν υποχωρήσει κάτω από το 50% των συνολικών.

Για να επιτευχθεί ο στόχος απαιτούνται μια σειρά από ισχυρά κίνητρα πρωτίστως στους καταναλωτές αλλά και στις επιχειρήσεις.

Είναι προφανές ότι τα υφιστάμενα μέτρα που προβλέπει ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος, είτε αυτά που είναι συνδεδεμένα με το αφορολόγητο είτε τα θετικά κίνητρα για τους καταναλωτές που προστέθηκαν από τον ν.4876/2021 δεν είναι επαρκή.

Στη θέση τους προτείνουνε έναν μηχανισμό ανταπόδοσης τόσο σε ατομικό επίπεδο με μεμονωμένα κίνητρα στους φορολογούμενους για τις ηλεκτρονικές πληρωμές που πραγματοποιούν όσο και σε συλλογικό επίπεδο με προβλέψεις για μειώσεις των φορολογικών συντελεστών όταν επιτευχθούν οι στόχοι αύξησης της φορολογητέας ύλης και δημοσίων εσόδων που θα προέρχεται από την αξιοποίηση των ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής τους.

Ειδικότερα για να δοθεί σημαντική ώθηση στις ηλεκτρονικές πληρωμές προτείνεται η κλιμάκωση των κινήτρων μέσω του διαχωρισμού των πληρωμών για δαπάνες με αγορές αγαθών και λήψης υπηρεσιών σε τρεις κατηγορίες, ανάλογα με το κίνδυνο φοροδιαφυγής στις κατηγορίες αυτές. Το ύψος των εκπτώσεων των ηλεκτρονικών θα κλιμακώνεται με τρόπο που οι συντελεστές που θα επιστρέφουν ακόμα και ολόκληρο τον εισπραττόμενο ΦΠΑ ως μελλοντική έκπτωση του φόρου εισοδήματος για τους φορολογούμενους στις στην κατηγορία υψηλού κινδύνου φοροδιαφυγής.

Παράλληλα ανάλογες κλιμάκωση ανά κατηγορία δαπανών θα χορηγείται και στα μερίδια της φορολοταρίας η οποία ωστόσο σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα πρέπει να μοιράζει ως «δώρα» μεγαλύτερα ποσά σε λιγότερους φορολογούμενους ή ακόμα και δώρα από τα κατασχεμένα οχήματα ή ακίνητα από την ΑΑΔΕ.

Επιπλέον κίνητρα θα χορηγηθούν και σε νομικά και φυσικά πρόσωπα που παρέχουν αγαθά και υπηρεσίες μέσω της ετήσιας κατάταξης τους σε κατηγορίες οι οποίες κλιμακωτά θα εξασφαλίζουν προνομιακή πρόσβαση σε σύστημα γρήγορης εκκαθάρισης και επιστροφής ΦΠΑ, στα συστήματα έμμεσων τεχνικών ελέγχου αλλά και συμμετοχή σε σύστημα κλήρωσης δώρων κατάλληλα για νομικά πρόσωπα όπως κατασχεμένα οχήματα ή ακίνητα.

Ένα ακόμη κίνητρο που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την προώθηση των ηλεκτρονικών πληρωμών θα μπορούσε να είναι η άμεση έκπτωση επί της αξίας ή επιστροφής μετρητών για πληρωμή με κάρτα ειδικά για τις κατηγορίες υψηλού ρίσκου φοροδιαφυγής.

Ωστόσο αυτό το μέτρο πρέπει να συνδεθεί με την ολοκλήρωση της, ουκ ολίγες φορές εξαγγελθείσας, διασύνδεσης όλων των ταμειακών μηχανών και φορολογικών μηχανισμών απευθείας με το TAXISnet. Προϋπόθεση αυτού είναι ένα αξιόπιστο σύστημα διασταυρώσεων και ελέγχων για την εξακρίβωση της ορθής χρήση των POS και της διασύνδεσης τους με τις ταμειακές μηχανές.

Όλα τα παραπάνω πρέπει να συνδυαστούν κατάλληλα και με τα κίνητρα που προσφέρονται από το τραπεζικό σύστημα για την επέκταση των ηλεκτρονικών πληρωμών σε επιχειρήσεις και καταναλωτές.

Η εφαρμογή αυτής της κοινωνικής συμφωνίας και του εθνικού στόχου για τις ηλεκτρονικές πληρωμές που προτείνει το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής μπορεί, μειώνοντας δραστικά τη φοροδιαφυγή, να αναμορφώσει το σύνολο της φορολογικής πολιτικής της χώρας αλλά και να εξασφαλίσει διαθέσιμους πόρους για τη στήριξη ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους.

2.3 Ανισότητες εισοδήματος και πλούτου

Ο συντελεστής ανισότητας Gini παρουσίασε σημαντικές αυξομειώσεις στην Ελλάδα κατά την δεκαετία της κρίσης 2010-2020. Το 2014, άγγιξε το υψηλότερο επίπεδο ως αποτέλεσμα της βίαιης μείωσης των μισθών μέσω της «εσωτερικής υποτίμησης», μετά όμως το 2015 άρχισε να υποχωρεί τόσο λόγω της εφαρμογής μιας έντονης επιδοματικής πολιτικής που ευνόησε τα χαμηλά εισοδήματα όσο και λόγω της φορολογικής επιβάρυνσης που αφαίμαξε τα πραγματικά εισοδήματα των μικρομεσαίων. Ειδικά το 2019 κατέγραψε την χαμηλότερη τιμή από την έναρξη της κρίσης ως αποτέλεσμα της αλλεπάλληλης χορήγησης επιδομάτων προς χαμηλόμισθους κατά την προεκλογική περίοδο. Το 2020 σημειώνεται αντιστροφή τάσης και ανέρχεται στο 31,4%, η έκτη μεγαλύτερη στην ΕΕ.

Κατά την τελευταία δεκαετία, το 1% των πλουσιότερων Ελλήνων συγκέντρωσαν επιπλέον 10% του μεριδίου του συνολικού εθνικού πλούτου (από 15% το 2010 σε 25% το 2020) - μερίδιο που συνεχίζει να έχει ανοδική πορεία. Το 10% των πλουσιότερων Ελλήνων κατέγραψε ισόποση αύξηση του μεριδίου συνολικού εισοδήματος.

Αντιθέτως, για το λιγότερο ευνοημένο 50% των Ελλήνων το μερίδιο στο σύνολο του εθνικού πλούτου έγινε αρνητικό -1.8%, με το συνολικό χρέος νοικοκυριών να ξεπερνά τον πλούτο του!

Η μείωση του καθαρού εισοδήματος από εργασία στην Ελλάδα το 2020 ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη στην ΕΕ μετά την Μάλτα – στο 7% - υπερδιπλάσια του μέσου όρου της Ένωσης

Παρά τις συνθήκες επίμονης υψηλής ανισότητας πλούτου και πιέσεων στα δημόσια οικονομικά όπως κατά την πανδημία του COVID-19, τα φορολογικά έσοδα από φόρους κληρονομιάς, περιουσίας και δωρεών στην Ελλάδα – ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία αντιμετώπισης της ανισότητας ευκαιριών - αποτελούν μόλις το 0,19% των συνολικών φορολογικών εσόδων: είναι το τέταρτο χαμηλότερο ποσοστό στον ΟΟΣΑ όπου ο μέσος όρος είναι υπερδιπλάσιος (0,53%), ενώ σε χώρες όπως στη Γαλλία 7 φορές μεγαλύτερο.

Για να αντιμετωπιστούν τα παραπάνω φαινόμενα στην Ελλάδα και να αποδοθεί μεγαλύτερη δικαιοσύνη ανάμεσα στις διάφορες κατηγορίες φορολογουμένων, χρειάζεται να εισαχθούν νέα φορολογικά μέτρα όπως εξηγείται στην συνέχεια.

α. Φορολογία εισοδήματος

Η Νέα Δημοκρατία πρόβαλε ως βασικό συστατικό του προεκλογικού προγράμματος της το 2019 τις φοροαπαλλαγές. Ωστόσο κατά τη διακυβέρνηση της, υπήρξε εξαιρετικά γαλαντόμος κυρίως στις απαλλαγές στους φορολογούμενους που τις χρειάζονταν λιγότερο. Έτσι μεγάλου μεγέθους φορολογικές απαλλαγές θεσπίστηκαν για τις αμοιβές σε μπόνους, καθώς και για τα μερίσματα (με τη φορολογία τους να μειώνεται από 10% σε 5%, τη δεύτερη χαμηλότερη στην Ευρώπη, επιπλέον της μείωσης της φορολογίας που είχαν τα νομικά πρόσωπα που αποδίδουν τα μερίσματα). Άγνωστο για ποιους λόγους, ευνοϊκή φορολόγηση εξασφαλίστηκε επίσης για ποδοσφαιριστές και προπονητές.

Κορωνίδα των μειώσεων υπήρξαν η αύξηση του αφορολόγητου στις δωρεές περιουσίας σε κάθε τέκνο έως 800.000 ευρώ καθώς και η κατάργηση του συμπληρωματικού ΕΝΦΙΑ που είχε αποτέλεσμα την ελάφρυνση κατά 350 εκ. ευρώ κυρίως σε νοικοκυριά με μεγάλη και πολύ μεγάλη ακίνητη περιουσία.

Επιπλέον η Νέα Δημοκρατίας θέσπισε τέσσερα ευνοϊκά φορολογικά πλαίσια για κατοίκους εξωτερικού:

(α) μέσα από τον θεσμό του «διαμένοντος μη-κατοίκου» (Non-Dom),

(β) με την εναλλακτική φορολόγηση εισοδήματος κατά 7% σε συνταξιούχους της αλλοδαπής οι οποίοι μεταφέρουν τη φορολογική κατοικία τους στη χώρα μας,

(γ) φορολογικά κίνητρα προσέλκυσης αλλοδαπών και ελλήνων εργαζόμενων και αυτοαπασχολούμενων του εξωτερικού, με απαλλαγή κατά 50% από τον φόρο εισοδήματος και την ειδική εισφορά αλληλεγγύης για διάστημα έως 7 έτη υπό την προϋπόθεση πλήρωσης νέας θέσης μισθωτής εργασίας ή έναρξης νέας δραστηριότητας, και τέλος

(δ) για τη λειτουργία εταιρειών ειδικού σκοπού διαχείρισης οικογενειακής περιουσίας (Family offices).

Ωστόσο τα εν λόγω πλαίσια εκτός από το ότι θέτουν την χώρα σε ένα διεθνώς καταδικαστέο φορολογικό ανταγωνισμό που αποδεικνύεται τελικά επιζήμιος για όλα τα κράτη (race to the bottom), δεν φαίνεται να έχει παρά αμελητέα ουσιαστικά οφέλη για την ελληνική οικονομία μέσα19τουλάχιστον από μια ανάλυση των απολογιστικών δεδομένων που δόθηκε πρόσφατα από το Υπουργείο Οικονομικών.

Η σοσιαλδημοκρατία αντιπαραβάλει σε αυτήν τη συντηρητική πολιτική που ευνοεί τα συμφέροντα των ήδη προνομιούχων, την σημασία της φορολογικής δικαιοσύνης ιδιαίτερα μάλιστα σε μια περίοδο αυξημένων κοινωνικών ανισοτήτων και κινδύνου μαζικής φτωχοποίησης. Για αυτό αντιπροτείνει μια διαφορετική προσέγγιση τόσο στη φορολογία του εισοδήματος όσο και της περιουσίας των φυσικών προσώπων και ειδικά αυτών με μεγάλο πλούτο με στόχο την στήριξη ενός αποτελεσματικού αναδιανεμητικού κοινωνικού κράτους και της στοχευμένης αναπτυξιακής πολιτικής.

Η εστίαση στη φορολογία των φυσικών προσώπων είναι αυτονόητη γιατί αυτά είναι εν τέλει τα πραγματικά υποκείμενα του φόρου. Ακόμα και όταν είναι ιδιοκτήτες νομικών προσώπων, αργά η γρήγορα, σε αυτά καταλήγει η περιουσία και το εισόδημα των νομικών προσώπων.

Στο επίπεδο του εισοδήματος φυσικών προσώπων, πρέπει να υιοθετηθούν εκ νέου, όπως έγινε το 2010, κατά το δυνατόν όσο πιο συμπεριληπτικές προοδευτικές κλίμακες φορολογίας με κλιμάκια, που θα εφαρμόζονται για τα εισοδήματα από διάφορες πηγές – έστω και αν διατηρηθεί η χωριστή φορολογική προσμέτρηση. Παράλληλα, θεωρούμε αναγκαία την κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης, του τέλους επιτηδεύματος, του χαρτοσήμου και της προκαταβολής φόρου αλλά επίσης ότι χρειάζεται πολύ πιο σοβαρή και αυστηρή στόχευση των τεκμηρίων διαβίωσης.

Ωστόσο αυτή είναι μόνο η μια πλευρά του νομίσματος της φορολογικής δικαιοσύνης. Απαιτείται αντίστοιχη προσέγγιση και στην έκφανση της φορολόγησης της καθαρής περιουσίας των φυσικών προσώπων.

β. Φορολογία μερισμάτων και δωρεών

Είναι χρέος μας να μιλήσουμε για αναγκαίες αυξήσεις της φορολογίας των κερδών και των μερισμάτων, της φορολόγησης των γονικών παροχών, της σύγκλισης της φορολογικής μεταχείρισης κάθε είδους εισοδήματος ανεξαρτήτως πηγής, κλπ. Ως πρώτο βήμα για τα μερίσματα, προτείνουμε να ισχύσει:

1. Τριπλασιασμός του συντελεστή φορολογίας μερισμάτων από 5% σε 15% με εφαρμογή στην διανομή κερδών χρήσης 2022. Σταδιακή σύγκλιση της φορολογίας με τα κλιμάκια που ισχύουν για την φορολογία εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες, αλλά με χωριστό υπολογισμό ανά πηγή.

https://www.minfin.gr/web/guest/deltia-typou/-/asset_publisher/4kjvD0lBldee/content/delose-tou-yp-oikonomi kon-k-chrestou-staikoura-ischyro-endiapheron-apo-ependytes-allodapous-syntaxiouchous-kai-ergazomenous- gia-ta-phorologika-kinetra?inheritRedirect=false&redirect=https%3A%2F%2Fwww.minfin.gr%2Fweb%2Fguest% 2Fdeltia-typou%3Fp_p_id%3D101_INSTANCE_4kjvD0lBldee%26p_p_lifecycle%3D0%26p_p_state%3Dnormal %26p_p_mode%3Dview%26p_p_col_id%3Dcolumn-2%26p_p_col_count%3D1

Πέρα από τη φορολόγηση μερισμάτων υπάρχει βεβαίως και το ζήτημα της φορολόγησης της κληρονομιάς και των δωρεών. Η συζήτηση γύρω από την αντιμετώπιση της κληρονομιάς αναζωογονήθηκε τα τελευταία χρόνια στη δημόσια σφαίρα μέσα από το έργο ορισμένων οικονομολόγων (όπως ενδεικτικά του Thomas Piketty).

Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ που δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 2021 η φορολογία κληρονομιάς και δωρεών, που αντιστοιχεί μεσοσταθμικά μόλις στο 0,5% του συνόλου των φορολογικών εσόδων των χωρών του ΟΟΣΑ, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αυξήσει, τα δημόσια έσοδα, με αναπτυξιακά φιλικό και κοινωνικά δίκαιο τρόπο και μάλιστα αποφεύγοντας κάποιες από τις στρεβλώσεις της αύξησης άλλων τύπων φορολογίας.

Ειδικά η Ελλάδα σύμφωνα με την ως άνω έκθεση κατατάσσονταν, βάσει των στοιχείων έτους 2019, 8η από το τέλος σε έσοδα από φόρο κληρονομιάς και δωρεών από 24 χώρες του ΟΟΣΑ.

Για αυτό και η επιλογή της Νέας Δημοκρατίας για αύξηση του αφορολόγητου στις δωρεές περιουσίας σε κάθε τέκνο έως 800.000 ευρώ καταδεικνύει πόσο παράταιρη είναι σύμφωνα με τις διεθνείς οικονομικές νόρμες.

Η αύξηση των φορολογικών εσόδων από την κληρονομιά και τις δωρεές, σύμφωνα και με τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ μπορεί να συμβάλει θετικά στους στόχους του κρατικού προϋπολογισμού και στη διασφάλιση της φορολογικής δικαιοσύνης.

Ωστόσο σημειώνεται ότι τόσο η επιβολή στη φορολογία του καθαρού πλούτου όσο και η φορολογία στην κληρονομιά πιθανώς να επιφέρουν σημαντικές αλλαγές στις οικονομικές αποφάσεις των νοικοκυριών και κατ’ επέκταση των επιχειρήσεων και για αυτό κρίνεται ότι πρέπει να θεσπιστούν και να εφαρμοστούν στο πλαίσιο ενός μεσοπρόθεσμου προγράμματος για να αξιολογείται σταδιακά η εξέλιξη και η αποδοτικότητα τους. Ως πρώτο βήμα προτείνουμε:

1. Περιορισμός του ορίου αφορολόγητων γονικών παροχών στις 400.000 ευρώ ανά διαθέτη κληρονομιάς έως το αθροιστικό ποσόν 800.000 Ευρώ ανά δικαιούχο κληρονόμο σε περίπτωση ύπαρξης πολλών μεταβιβάσεων. Επαναφορά των προγενέστερων συντελεστών φορολογίας για υψηλότερες αξίες.

γ. Φορολόγηση μεγάλου πλούτου

Στη δημόσια συζήτηση παγκοσμίως, η σοσιαλδημοκρατική προσέγγιση που κερδίζει έδαφος είναι η φορολόγηση του μεγάλου καθαρού πλούτου (δηλ. περιουσία μείον τον δανεισμό), με βάση την συνολική αξία όλων των περιουσιακών στοιχείων (χρηματοοικονομικών και μη-χρηματοοικονομικών). Βεβαίως, για να έχει πιθανότητες να εφαρμοστεί αποτελεσματικά αυτό το σύστημα, πρέπει να υπάρξει μεγαλύτερη περιουσιακή διαφάνεια, λόγω των κενών που υπάρχουν σήμερα στο περιουσιολόγιο, το κτηματολόγιο και γενικότερα στην καταγραφή του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας.

Πέραν από τις φορολογίες που επιβάλλονται στα περιουσιακά στοιχεία σε εθνικό επίπεδο, σημαντικό ρόλο παίζει σήμερα και η συμμετοχή κάθε κράτους σε διακρατικές συνεργασίες και πρωτοβουλίες για τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων στην αλλοδαπή.

Ήδη μια σειρά από διακρατικές πρωτοβουλίες υπό την εποπτεία διεθνών οργανισμών προχωρούν στον εντοπισμό και την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων και συχνά επιβάλουν σημαντική φορολογία στους πολυεθνικούς κολοσσούς. Μια άλλη κατεύθυνση πολιτικής με στόχο να μειώσει τα κίνητρα απόκρυψης πλούτου σε φορολογικούς παραδείσους προωθεί την φορολογία από κάθε κράτος σε εκείνο το τμήμα προστιθέμενης αξίας που παράγεται σε κάθε χώρα.

Όπως έδειξαν οι αποκαλύψεις φορολογικών παραδείσων που δημοσιεύτηκαν τα προηγούμενα χρόνια, υπάρχει σημαντικός αριθμός πλουσίων Ελλήνων που καταφεύγει στις δόλιες πρακτικές αποφυγής φορολογίας, στερώντας έτσι την ελληνική Πολιτεία από σημαντικούς πόρους.

Στόχος του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής είναι η συμμετοχή σε όλες τις διεθνείς πρωτοβουλίες εντοπισμού και αποκάλυψης κρυφού πλούτου και η επιβολή του αναλογούντος φόρου σε επίπεδα παρόμοια με αυτά που επικρατούν σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες. Τα έσοδα από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής θα μπορούσαν έτσι να χρηματοδοτήσουν μια σειρά από κοινωνικές πολιτικές μείωσης των ανισοτήτων, αλλά επίσης και μείωσης άλλων φόρων οι οποίοι σήμερα βρίσκονται σε δυσβάστακτα υψηλά επίπεδα.

δ. Εντοπισμός μεγάλου πλούτου

Έως τώρα το εγχείρημα δεν προχωρούσε με την πρόφαση τις τεχνικές και νομικές προκλήσεις στην εκτίμηση της καθαρής αξίας της ιδιωτικής περιουσίας των Ελλήνων, καθώς και στο γεγονός ότι ένα μέρος αυτής της περιουσίας παραμένει αδήλωτο στο εξωτερικό. Ωστόσο η περιουσία μπορεί να κρυφτεί αλλά όχι επ’ αόριστο και σίγουρα όχι όταν πρέπει να κληρονομηθεί, οπότε μπορεί να ελεγχθεί αλλά και να φορολογηθεί αναδρομικά.

Σύμφωνα με την Έκθεση του 2021,στη βάση των στοιχείων για το 2020, στους 8,462 εκατομμύρια ενήλικες κατοίκους αντιστοιχούν 722 δις ευρώ καθαρής περιουσίας (885 δισ. $ισοτιμία 30/12/2020) με μέσο όσο καθαρής (μετά την αφαίρεση χρέους) αξίας περιουσίας 85.320 ευρώ 3 (104.603 $), με 30.735 ευρώ (37,681$) να αντιστοιχούν σε χρηματοοικονομικού χαρακτήρα περιουσία και 66.398 ευρώ (81,404$) σε μη-χρηματοοικονομικού χαρακτήρα (πρωτίστως ακίνητα) περιουσία και μέσο όρο ιδιωτικού χρέους 11.812 ευρώ (14,482$). Διάμεσος περιουσία θεωρούνται τα 46.977 ευρώ (57,595 $)4.

Μια εκτίμηση της καθαρής αξίας της ιδιωτικής περιουσίας της Ελλάδας συμπεριλαμβάνεται στις ετήσιες εκθέσεις της για τον Παγκόσμιο Πλούτο (Global Wealth Report) της Credit Suisse.

Σε ισοτιμία 30/12/2020: 1 ευρώ = 1,226$

Τα παραπάνω στοιχεία φαίνεται ότι επιβεβαιώνονται από τον συνδυασμό των δημόσια διαθέσιμων στοιχείων σε εθνικό επίπεδο. Ειδικότερα:

1. η εκκαθάριση του ΕΝΦΙΑ έτους 2022 κατέδειξε σύνολο αξίας ακίνητης περιουσίας βάσει των νέων αυξημένων στην πλειονότητα των ζωνών αντικειμενικών αξιών 761,3 δισ. ευρώ (με τα 577,7 δισ. ευρώ να αντιστοιχούν σε φυσικά πρόσωπα),

2. το ύψος των τραπεζικών καταθέσεων φυσικών προσώπων κυμάνθηκε στα 135 δισ. ευρώ τον Δεκ. του 2021,

3. το ύψος της κεφαλαιοποίησης των εισηγμένων εταιρειών στο Χρηματιστήριο στα τέλη του 2021 (66 δισ. με το 18% περίπου των μετοχών να το διακρατούν απευθείας ημεδαποί ιδιώτες), ενώ το ύψος του ενεργητικού των αμοιβαίων κεφαλαίων έφτασε στα 11 δισ. ευρώ

Βάσει της ετήσιας έκθεσης της επιτροπής κεφαλαιαγοράς6. Βάσει των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει ότι και στο πεδίο της φορολογίας του πλούτου των φυσικών προσώπων απαιτούνται συμπεριληπτικές προοδευτικές κλίμακες που θα συνυπολογίζουν τη χρηματοοικονομική περιουσία των φυσικών προσώπων στην ακίνητη περιουσία που διαθέτουν, αφού αφαιρεθεί φυσικά η αξία του ιδιωτικού χρέους του προσώπου (εκτός από το χρέος καταναλωτικής πίστης ή αυτού που δεν εμπίπτει στη στεγαστική ή επιχειρηματική πίστη).

Ωστόσο η κλιμάκωση του φόρου θα πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να φορολογηθούν επαρκώς τα 66.000 φυσικά πρόσωπα που συγκαταλέγονται στο 1% των προσώπων με τον μεγαλύτερο πλούτο παγκοσμίως (με λίγο πάνω από 1 εκ. δολάρια καθαρή περιουσίας).

Μετά πρέπει να υπάρξουν πρόσθετα προοδευτικά κλιμάκια φορολογίας για τον μεγαλύτερο πλούτο ως εξής:

1. για τα 4.062 άτομα με περιουσίες από 5 έως 10 εκ. ευρώ

2. για τα 1.394 άτομα με περιουσίες από 10 έως 50 εκ. ευρώ

3. για τα υπέρ-πλούσια (ultra-high net worth individuals) άτομα με περιουσίες από 50 έως 100 εκατομμύρια και για τα άτομα με περιουσίες από 100 έως 500 εκατομμύρια, σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης της Credit Suisse που πρέπει να επιβεβαιωθούν και να αξιοποιηθούν.

http://www.hcmc.gr/aweb/files/Annual_Reports/files/Annual_Report_2021_gr.pdf https://www.aade.gr/sites/default/files/2022-05/AADE_Statistika%20ENFIA%202022_4.pdf file:///C:/Users/vtech/Downloads/global-wealth-databook-2021.pdf

Σημειώνεται ότι τα συνολικά 66.000 άτομα αποτελούν μεν μόλις το 7 τοις χιλίοις του ενήλικου πληθυσμού αλλά υπολογίζεται ότι κατέχουν το 10% του καθαρού ιδιωτικού πλούτου. Το γεγονός ότι η αναλογία αυτή είναι σχετικά χαμηλή σε σχέση με άλλες χώρες του ΟΟΣΑ και της ΕΕ δεν θα πρέπει να δικαιολογεί την κατάσταση ο υπεσυγκεντρωμένος αυτός πλούτος να εκφεύγει της φορολόγησης.

Πες τη γνώμη σου

Για να δεις τα σχόλια και να έχεις πρόσβαση σε όλες τις δυνατότητες της πλατφόρμας μπορείς εύκολα να συνδεθείς εδώ

Μπορείς να συμμετέχεις!

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *