Feedback

Ηλεκτρονική Υπηρεσία Υποστήριξης μελών & φίλων

Μέσα από το κίνημα η φωνή σου ακούγεται.

1. ΤΟ ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

1.1 Ιστορική πορεία.

Πριν από 200 χρόνια που έγινε η Επανάσταση του 1821, στόχος ήταν να μεγαλώσει όχι μόνο η έκταση του νέου κράτους με την απελευθέρωση της ιστορικής ελληνικής επικράτειας, αλλά και ο πληθυσμός του που θα ζούσε πλέον ελεύθερα και καλύτερα από το καθεστώς της οθωμανικής δουλείας. Για τον λόγο αυτό άλλωστε η άνοδος του πληθυσμού ήταν διαρκής και εντονότερη από τις κατά καιρούς εδαφικές επεκτάσεις που λάβαιναν χώρα έπειτα από πολεμικές νίκες ή παραχωρήσεις.

Η τελευταία άνοδος (1995-2009) και πτώση (2010-σήμερα) του πληθυσμού.
Πηγή: Ameco, Eurostat.

Ακόμα πιο εντυπωσιακή ήταν η μεταπολεμική εξέλιξη. Παρά τις καταστροφές της Κατοχής, την αλληλοσφαγή του Εμφυλίου και την αθρόα μετανάστευση του αγροτικού στοιχείου προς την Βόρεια Ευρώπη και τις ΗΠΑ, ο πληθυσμός της Ελλάδας μεταξύ 1949-2009 αυξήθηκε κατά 53%. Μια αξιοπρόσεκτη αύξηση παρατηρείται τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, όταν η οικονομία ενσωματώθηκε στο Ευρώ, η χώρα ισχυροποιήθηκε και προσέλκυσε αρκετούς οικονομικούς μετανάστες ιδιαίτερα από τις γειτονικές χώρες. Μετά όμως μπήκε στην βαθιά κρίση του 2010 και η ύφεση προκάλεσε ξανά ένα κύμα μετανάστευσης προς το εξωτερικό. Όπως φαίνεται και στο σχετικό διάγραμμα, μεταξύ 2010 και 2019 ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 400.000 άτομα. Αυτή την φορά όμως δεν ήταν οι ανειδίκευτοι αγροτικοί πληθυσμοί αλλά εξειδικευμένα στελέχη, η φυγή των οποίων φρέναρε την άνοδο της εθνικής παραγωγικότητας και ήταν ένας από τους λόγους που κατέρρευσε με τόσο πάταγο η ελληνική οικονομία στην διάρκεια των Μνημονίων.

Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο παρόν κεφάλαιο έχουν ληφθεί από την μελέτη των Ν. Χριστοδουλάκη & Χρ. Αξιόγλου, 2022. “ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΜΨΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΕ: ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ”. Αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης έρευνας υπό τον Μ. Νεκτάριο (2022), «ΕΚΠΟΝΗΣΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΗΡΑΝΣΗ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ», Πρόγραμμα ΠΕ2, Πανεπιστήμιο Πειραιώς.

Το κύμα φυγής που σημειώθηκε ήταν αριθμητικά το μεγαλύτερο, οικονομικά το επαχθέστερο και εθνικά το απειλητικότερο από όσες αιμορραγίες πληθυσμού είχαν συμβεί στην διάρκεια των 200 ετών ελεύθερου κράτους, με εξαίρεση τον Πόλεμο του 1940 και την Κατοχή. Μερικοί ισχυρίζονται ότι κάποιοι από αυτούς ήταν οικονομικοί μετανάστες και τώρα παλιννόστησαν στην πατρίδα τους. Και πάλι όμως το κόστος ήταν σημαντικό γιατί έτσι χάθηκε η ευκαιρία ενσωμάτωσης τους στην Ελλάδα όπου θα συνέχιζαν να προσφέρουν εργασία και εισφορές. Οι συνέπειες της φυγής μεγεθύνονται ακόμα περισσότερο όταν προβληθούν στο ευρύτερο δημογραφικό τοπίο της χώρας, το οποίο ανεξάρτητα από τις παραπάνω εξελίξεις βρισκόταν ήδη εδώ και τρείς δεκαετίες σε μία συστηματική παρακμή.

1.2 Πώς το δημογραφικό μπλοκάρει τις στρατηγικές της χώρας

Συνδυάζοντας τώρα το φαινόμενο της χρόνιας δημογραφικής παρακμής με την μεγάλη φυγή της προηγούμενης δεκαετίας, προκύπτει ένα ιδιαζόντως ζοφερό σενάριο για την εξέλιξη του πληθυσμού τα προσεχή χρόνια. Οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν μόνο στις μονότονες στατιστικές των απογραφών, αλλά θα επηρεάσουν άμεσα και σημαντικά όλα τα δύσκολα προβλήματα της χώρας: πρώτα από όλα φυσικά την οικονομία, αλλά επίσης την άμυνα, την γεωπολιτική της θέση, την εισροή μεταναστών, ακόμα και το πώς προσλαμβάνεται η χώρα στον εξωτερικό κόσμο ως συνδυασμός ισχύος και αξιών πολιτισμού.

Ας τα δούμε λίγο πιο συγκεκριμένα:

Πρώτη και καθοριστική θα είναι η επίδραση στην οικονομική εξέλιξη, κυρίως στην σφαίρα της παραγωγής και μετά στις μακρο-οικονομικές διαστάσεις. Η μείωση του ενεργού πληθυσμού θα περιορίσει την εκμάθηση νέων τεχνολογιών και με τη σειρά του αυτό θα οδηγήσει σε υποστελέχωση την παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Σε μια περίοδο που όλη η Ευρώπη ανασυντάσσεται σε ένα νέο και απαιτητικό μοντέλο παραγωγής, στην Ελλάδα θα κυριαρχούν μικρές μονάδες χαμηλής τεχνολογίας και κυρίως στον τομέα των απλών υπηρεσιών. Αυτό είναι το χρόνιο μειονέκτημα της Ελλάδας να επιτύχει τις λεγόμενες «οικονομίες κλίμακας» που θα της έδιναν μια ισχυρή ώθηση στον διεθνή συναγωνισμό για την προσέλκυση μεγάλων ξένων επενδύσεων.

Η αδυναμία προσέλκυσης και βιωσιμότητας μονάδων υψηλής προστιθέμενης αξίας θα επηρεάσει άμεσα και αρνητικά όλο το σύμπλεγμα εισοδημάτων, συντάξεων και ασφαλιστικού συστήματος. Επειδή και τα εισοδήματα θα είναι χαμηλότερα αλλά και οι παραγωγικές ηλικίες που τα δημιουργούν θα συρρικνωθούν. Ταυτόχρονα, οι πιο ηλικιωμένοι λαμβάνουν συντάξεις κατά πολύ μεγαλύτερες από αυτές που σχεδιάζεται να δοθούν στους σημερινούς εργαζόμενους.

Βραχυχρόνια, η μόνη διαφυγή είναι να αυξάνεται το δημόσιο χρέος για να πληρώνει τις μεγάλες συντάξεις αλλά για την Ελλάδα η υπερχρέωση έχει προ πολλού υπερβεί τα όρια ανοχής της Ευρωζώνης και τα περιθώρια είναι από ισχνά έως απλώς ανύπαρκτα.

Σημειωτέον, ότι από τον Β΄ Παγκόσμιο και μετά, συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο καθώς κάθε γενεά προσδοκούσε να ζήσει καλύτερα από την προηγούμενη. Η μείωση του πληθυσμού επιφέρει μία ραγδαία ανατροπή αυτού του μοντέλου αλληλεγγύης γενεών, προκαλώντας εντάσεις και εχθρότητες που ως κοινωνία δεν έχουμε διαχειριστεί ξανά.

Η δημογραφική γήρανση θα πλήξει επίσης την γεωπολιτική ικανότητα της χώρας, γιατί με μειωμένο πληθυσμό στις δυναμικές ηλικίες θα καταφεύγει όλο και περισσότερο στην προμήθεια ακριβών οπλικών συστημάτων που κάθε φορά θα επιβαρύνουν την ήδη εξασθενημένη δυναμική της οικονομίας. Κάτι παρόμοιο δηλαδή με το σύνδρομο των κρατιδίων στον Αραβικό Κόλπο να αγοράζουν διαρκώς όπλα για να μην τους καθυποτάξει το Ιράν. Η διαφορά είναι όμως ότι εμείς χωρίς τα πετρέλαια θα χρεωνόμαστε όλο και περισσότερο, επιτείνοντας το αδιέξοδο του ασφαλιστικού συστήματος και του χρέους που είδαμε παραπάνω.

Παρά τους ορατούς και μεγάλους κινδύνους για την εξέλιξη της χώρας, υπάρχουν αρκετοί που θεωρούν ότι το μοντέλο δημογραφικής γήρανσης είναι οικονομικά βιώσιμο με ένα τρόπο που στην πραγματικότητα το οξύνει. Η υπόθεση είναι ότι η Ελλάδα με την ηλιοφάνεια που έχει θα προσελκύει και άλλους ηλικιωμένους από την Βόρεια Ευρώπη που θα προστίθενται στις δικές μας ομάδες συνταξιούχων, διαμορφώνοντας έτσι την αποκαλούμενη “ασημένια οικονομία” (silver economy) από το χρώμα των κροτάφων που θα κυριαρχούν στον πληθυσμό. Προβλέπεται ότι αυτό θα οδηγήσει σε μια ισχυρή ζήτηση υπηρεσιών διαμονής και προϊόντων διαβίωσης, από κατοικίες και σπορ έως τοπικές κουζίνες και περίθαλψη που θα επαρκούν για να κρατούν την οικονομία σε υψηλά επίπεδα δραστηριότητας και απασχόλησης.

Το μοντέλο αυτό μπορεί όντως να αναπτυχθεί στην Ελλάδα, σε καμμία περίπτωση όμως δεν αποτελεί υποκατάστατο μιας εύρωστης οικονομίας ή ακόμα περισσότερο την εναλλακτική επιλογή μιας δυναμικής κοινωνίας. Ο λόγος είναι ότι η χώρα θα παραμείνει σε τεχνολογική υστέρηση αφού τα περισσότερα αγαθά δεν θα είναι διεθνώς εμπορεύσιμα, ενώ είναι πιθανό ένας σημαντικός αριθμός εργαζομένων να προέρχεται από μετανάστες αφού το εγχώριο δυναμικό δεν θα επαρκεί ή δεν θα επιλέγει αυτές τις εργασίες.

Επιπλέον, η μεγάλη προσέλκυση ηλικιωμένων πληθυσμών από άλλες χώρες, αναπόφευκτα θα εμπεδώσει και ένα κλίμα αποθάρρυνσης κοινωνικών πρωτοβουλιών και πειραματισμών για να μην διαταραχθεί η «ησυχία και τάξη» που θα επιζητούν όσοι έρχονται. Ίσως αυτό να ταίριαζε με ένα ελβετικό τοπίο ή τα ψαροχώρια της Σκανδιναβίας, στην Ελλάδα πάντως θα οδηγούσε σε αδράνεια και αναστολή ένα σωρό διεργασίες και ζητήματα που ακόμα δεν έχουν διευθετηθεί οριστικά. (Ας σκεφτεί κάποιος τι είναι πιο πιθανό να επικρατήσει αν σε ένα νησί μπει σε ψηφοφορία μία πρόταση μαχητικής κινητοποίησης έναντι των τουρκικών προκλήσεων ή να υποχωρήσουμε στις πιέσεις).

Με λίγα λόγια, η δημογραφική παρακμή αναπόφευκτα θα επιφέρει όλο και περισσότερες αρνητικές συνέπειες στην κοινωνική συνοχή, την εθνική ισχύ και την παραγωγική ικανότητα της χώρας. Συμπυκνώνει και εκφράζει τις μείζονες δυσκολίες και τα επικείμενα αδιέξοδα, από την διαρκή κρίση στα ελληνοτουρκικά έως το συνταξιοδοτικό χάος. Και από το εκρηκτικό δημόσιο χρέος που πάλι συσσωρεύτηκε τα τελευταία χρόνια έως την επιρροή της χώρας στα ευρωπαϊκά και διεθνή θέματα, η οποία συχνά κλονίζεται παρά τις σημαντικές πρωτοβουλίες που αναλαμβάνονται για να ανατρέψουν την φθίνουσα φορά των πραγμάτων.

1.3 Διαθέσιμες επιλογές

Το δημογραφικό είναι λοιπόν μακράν το μείζον θέμα που έχουμε σήμερα να αντιμετωπίσουμε ως χώρα. Αν χειροτερεύσει, όλα θα πάνε χειρότερα. Αν βελτιωθεί σημαντικά, θα ανοίξουν παράθυρα ευκαιρίας σε πολλούς τομείς. Δυστυχώς όμως δεν επιδέχεται λύσεις που είναι ταυτόχρονα εύκολες και γρήγορες.

Στην πραγματικότητα, μόνο δύο τρόποι υπάρχουν να το επηρρεάσουμε:

1. Ο ένας τρόπος είναι με την συστηματική άνοδο της γονιμότητας του πληθυσμού, αν και τα εργαλεία πολιτικής που είναι διαθέσιμα δεν είναι πάντοτε αποτελεσματικά και παίρνει συνήθως μια γενεά για να ολοκληρωθούν.

2. Ο δεύτερος τρόπος είναι με την άμεση μετανάστευση που αυξάνει τόσο τον πληθυσμό όσο και τον μέσο όρο της γονιμότητας. Το πρόβλημα σήμερα έχει γίνει πιο περίπλοκο με την έκρηξη του κύματος προσφύγων και θέλει ένα πολύ επιδέξιο μηχανισμό επιλογής και πλήρους ενσωμάτωσης για να μετριαστούν οι δυσκολίες προσαρμογής τους στην χώρα μας και να επιταχυνθεί η αποδοχή τους από την ελληνική κοινωνία.

Στην Ελλάδα πρέπει να συνδυαστούν και οι δύο προσεγγίσεις, με στόχο πρώτα να ανακοπεί η δημογραφική παρακμή και μετά να αρχίσει η λεγόμενη «δημογραφική αναστροφή», αν θέλουμε η χώρα να παραμείνει σε μια τροχιά ισχυροποίησης και προόδου και μετά τα 200 πρώτα χρόνια. Στην συνέχεια θα περιγράψουμε ποια υπήρξαν τα γεγονότα που οδήγησαν στην δημογραφική κατάρρευση τις προηγούμενες δεκαετίες και πώς οι συνέπειες τους μπορούν – έστω και εκ των υστέρων - να αντιμετωπιστούν

1.4 Η δημογραφική παρακμή εντείνεται

Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο στις δημογραφικές μελέτες και τις συγκρίσεις μεταξύ χωρών είναι ο λεγόμενος Βαθμός Ολικής Γονιμότητας που εκφράζει το ετήσιο ποσοστό γεννήσεων επί του συνολικού γυναικείου πληθυσμού. Αυτός καθορίζει αν ο πληθυσμός μιας χώρας έχει ανοδική, στάσιμη ή καθοδική τάση και το αποτέλεσμα κρίνεται αν αντίστοιχα παραμένει ψηλότερα, ίσος ή χαμηλότερα σε σύγκριση με το λεγόμενο «κατώφλιο αναπαραγωγής» που είναι περίπου 2,10 για να αντισταθμίζει και τις περιπτώσεις βρεφικής και νεανικής θνησιμότητας.

Όπως φαίνεται και στο σχετικό διάγραμμα, στην Ελλάδα η γονιμότητα ήταν πάνω από το κατώφλιο αναπαραγωγής έως το 1980, μετά όμως γνώρισε απότομη και μεγάλη μείωση από την οποία δεν συνήλθε ποτέ. Στα σημερινά επίπεδα του 1,35% που βρίσκεται και με γυναικείο πληθυσμό, οι γεννήσεις είναι της τάξεως των 75-85.000 παιδιά ετησίως. Αυτό σημαίνει ότι κάθε χρόνο λείπουν περίπου 53.000 γεννήσεις αν θέλαμε να σταθεροποιηθεί ο πληθυσμός εδώ που βρίσκεται και το ερώτημα είναι με ποιες πολιτικές θα μπορούσαμε άραγε να το πετύχουμε.

Ενιαία απάντηση για όλες τις κοινωνίες και όλες τις εποχές δεν υπάρχει. Κάθε χώρα έχει τις δικές της ιδιομορφίες και τον δικό της δρόμο εξέλιξης. Για αυτό, πριν σκιαγραφηθούν οι δέουσες πολιτικές πρέπει να κατανοηθεί ποιοι παράγοντες έπαιξαν ρόλο στην διαμόρφωση της γονιμότητας διαχρονικά και από ποιες πολιτικές μπορεί να επηρεαστούν. Όταν κάνουμε αυτή την ιστορική εξέταση για την Ελλάδα, θα δούμε ότι άλλες φορές η γονιμότητα μειώθηκε επειδή επικρατούσε μια αρνητική κατάσταση στην χώρα, άλλες όμως μειώθηκε επειδή έγιναν ουσιώδη βήματα προόδου σε κρίσιμα ζητήματα.

Η πορεία γονιμότητας στην διάρκεια 1960-2019 μπορεί να χωριστεί σε πέντε φάσεις και να εντοπιστούν τα χαρακτηριστικά που κυριάρχησαν σε καθεμία εξ αυτών. Στην πρώτη φάση 1960-1967, η χώρα συνέρχεται από τον Εμφύλιο, η παραγωγή έχει αυξηθεί, η μετανάστευση περιορίστηκε και τα εισοδήματα ανέρχονται. Κορυφαίες μεταρρυθμίσεις είναι οι αγροτικές συντάξεις που μειώνουν την φτώχεια στην ύπαιθρο και το Ακαδημαϊκό Απολυτήριο που ανοίγει νέες προοπτικές για να σπουδάσουν τα φτωχόπαιδα στα πανεπιστήμια. Σε αυτές τις συνθήκες, η κοινωνία μπαίνει σε μια πιο αισιόδοξη προοπτική και η γονιμότητα ανέρχεται.

Η ανοδική πορεία ανακόπτεται με την Χούντα και γίνεται πτωτική. Οι διώξεις του καθεστώτος διαλύουν χιλιάδες οικογένειες, ενώ άλλοι φεύγουν από την χώρα για να γλυτώσουν. Η επιστροφή τους το 1974 δίνει μια ευδιάκριτη ώθηση στην γονιμότητα αλλά μετά ξαναρχίζει μια ήπια πτώση ως το 1980. Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται μπροστά σε ένα κύμα απελευθέρωσης των φύλων, επαναπροσδιορισμού του ρόλου της γυναίκας και ευρείας διάδοσης της αντισύλληψης (παράλληλα με την νομιμοποίηση της άμβλωσης και άλλων δικαιωμάτων των γυναικών). Η γονιμότητα μπαίνει σε πορεία έντονης και παρατεταμένης πτώσης, καθώς ο σχηματισμός οικογένειας συχνά αναβάλλεται για να αξιοποιηθούν οι νέες ευκαιρίες στην επαγγελματική εξέλιξη.



Ο Βαθμός Ολικής Γονιμότητας στην Ελλάδα κατά τις πέντε φάσεις της περιόδου 1960-2019. Πηγή στοιχείων: Παγκόσμια Τράπεζα

Με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981, ξεκινά και ένα μεγάλο κύμα αστικοποίησης. Πολλοί νέοι εγκαταλείπουν την ύπαιθρο και μένουν πλέον στα μικρά διαμερίσματα των πόλεων. Όταν έρθει η ώρα να παντρευτούν και να αποφασίσουν για παιδιά, βλέπουν ότι το σπίτι δεν θα τους χωράει όλους. Η συνήθεια πολλών παιδιών που είχαν οι γονείς τους εγκαταλείπεται, ενώ ακόμα και το ένα ή τα δύο παιδιά έχουν πλέον μεγάλο κόστος για την φροντίδα τους. Το 1999 η γονιμότητα έχει πέσει στο 1,22%, το χαμηλότερο σημείο στις έξι δεκαετίες που εξετάζουμε.

Μετά το 2000, η οικονομία αναπτύσσεται σταθερά, ενώ η Ελλάδα μπαίνει στο Ευρώ και διάγει μια περίοδο μεγαλύτερης ασφάλειας. Το οικογενειακό εισόδημα αυξάνεται και οδηγεί σε μεγαλύτερη τεκνοποιία, ενώ οι αυξημένες μεταναστευτικές ροές που προσελκύονται συμβάλουν με ακόμα περισσότερα παιδιά. Η γονιμότητα μπαίνει σε ανοδική τροχιά για πρώτη φορά μετά το 1967 και συνεχίζει έτσι ως το 2009. Η κρίση που ξεσπά μετά το 2010 προκαλεί τόση αβεβαιότητα και φόβο στα νοικοκυριά για το μέλλον τους που κάνει πάλι καθοδική την πορεία γονιμότητας, μέχρι να καταλήξει στα πρόσφατα χαμηλά επίπεδα.

Από την σύντομη αυτή περιοδολόγηση της γονιμότητας, προκύπτουν δύο θεμελιώδη συμπεράσματα: Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι η ραγδαία μείωση της κατά την δεκαετία του 1980 οφείλεται κατά μεγάλο βαθμό σε θετικές κοινωνικές εξελίξεις (όπως τα δικαιώματα των γυναικών), οι οποίες όχι μόνο δεν πρέπει να αντιστραφούν αλλά ενδεχομένως να διευρυνθούν ακόμα περισσότερο στο μέλλον. Υπάρχουν όμως και αρνητικοί παράγοντες που επηρρέασαν καθοδικά την γονιμότητα και θα μπορούσαν να περιοριστούν για να μην συνεχίσουν να ακυρώνουν την απόκτηση παιδιών. Κορυφαίο τέτοιο παράδειγμα η στενότητα κατοικίας, που θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με την παροχή εκτεταμένων στεγαστικών διευκολύνσεων στα νέα ζευγάρια.

Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η εξέλιξη της γονιμότητας συμβαδίζει λίγο-πολύ με την πορεία του κατά κεφαλή ΑΕΠ (εφεξής ΚΚΑΕΠ), το οποίο είναι ο αντιπροσωπευτικότερος δείκτης ευημερίας μιας χώρας. Όπως αναφέραμε παραπάνω, αυτό συμβαίνει από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 έως το 2009 όταν και τα δύο μεγέθη κινούνται ανοδικά, αλλά και μετά το 2010 που κινούνται και τα δύο καθοδικά. Στην δεκαετία του 1960 ήταν επίσης και τα δύο ανοδικά, ενώ στην δεκαετία του 1980 με την μειωμένη γονιμότητα το ΚΚΑΕΠ ήταν σχεδόν στάσιμο σε σταθερές τιμές. Η μόνη περίοδος που το ΚΚΑΕΠ ανεβαίνει και η γονιμότητα πέφτει είναι επί Χούντας, αλλά αυτή ήταν μια δημογραφικά ανώμαλη κατάσταση (όπως και σε τόσα άλλα ζητήματα φυσικά).

Η κατεύθυνση της σχέσης μεταξύ γονιμότητας και ΚΚΑΕΠ έχει απασχολήσει την διεθνή βιβλιογραφία όσο καμμιά άλλη. Σε πολλές φτωχές χώρες είχε βρεθεί ότι οι γονείς κάνουν πολλά παιδιά για να τους συνδράμουν όταν αυτοί γεράσουν και επειδή κάμποσα από αυτά θα πεθάνουν λόγω παιδικής θνησιμότητας, κάνουν ακόμα περισσότερα ώστε κάποια να επιβιώσουν. Για τον λόγο αυτό, οι εκστρατείες αντιμετώπισης του υπερπληθυσμού στις χώρες του Τρίτου Κόσμου βασίστηκαν σε προγράμματα οικονομικής ανάπτυξης που θα βελτίωναν τα εισοδήματα και έτσι θα μείωναν την ανάγκη πολλών παιδιών. Παράλληλα, η άνοδος του ΚΚΑΕΠ θα διασφάλιζε καλύτερες υπηρεσίες υγείας, η παιδική θνησιμότητα θα υποχωρούσε και δεν θα υπήρχε ανάγκη εφεδρικής τεκνοποιίας.

Παρομοίως αντίρροπα ευρήματα για την σχέση ΚΚΑΕΠ-Γονιμότητας είχαν υπάρξει παλιότερα και για τις ανεπτυγμένες χώρες. Όταν βρισκόταν στην φάση κατάκτησης μιας μεγαλύτερης συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας, η άνοδος του μέσου εισοδήματος σήμαινε αύξηση του κόστους ευκαιρίας αν έμεναν σπίτι για να κάνουν παιδιά και η γεννητικότητα έτσι μειώθηκε ραγδαία.

Η σχέση εισοδήματος και γονιμότητας άρχισε να αλλάζει όταν μετά ήρθαν οι εποχές κρίσης και μείωσης του εισοδήματος κατά την δεκαετία του 1980 στην Δυτική Ευρώπη και του 1990 στην Ανατολική. Το μεν κόστος ευκαιρίας μειώθηκε αλλά οι γεννήσεις καθόλου δεν αυξήθηκαν γιατί τώρα κυριαρχούσε η αβεβαιότητα για την απασχόληση του νοικοκυριού και ο κίνδυνος φτώχειας και αποκλεισμού του. Όταν λοιπόν οι ευρωπαϊκές οικονομίες μετά το 2000 ξαναμπήκαν σε μια τροχιά βελτίωσης των εισοδημάτων, συνοδεύτηκαν από μια αναζωογόνηση της γονιμότητας που αποκλήθηκε «δημογραφική αντιστροφή». Ακολουθώντας τον ίδιο κανόνα, η δημογραφική αναζωογόνηση ακυρώθηκε στις περισσότερες χώρες με την κρίση χρέους του 2010.

Συνοψίζοντας, βλέπουμε ότι μετά το 1995 στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η γονιμότητα ακολουθεί ομόρροπα τις εξελίξεις του ΚΚΑΕΠ και μια αύξηση του θα συνέτεινε στην ενίσχυση των γεννήσεων και την αύξηση του πληθυσμού. Στις πιο πλούσιες χώρες όμως το ΚΚΑΕΠ είναι τόσο υψηλό που μία περαιτέρω αύξηση του ανεβάζει αισθητά το κόστος ευκαιρίας και μειώνει την γεννητικότητα. Σε αυτές τις χώρες η άνοδος του πληθυσμού πρέπει να γίνει με άλλες πολιτικές και όχι με την περαιτέρω άνοδο του ΑΕΠ.

Οι διαπιστώσεις αυτές σημαίνουν ότι το πρόβλημα της υπογεννητικότητας στις σχετικά φτωχότερες χώρες της ΕΕ και στην Ελλάδα αντιμετωπίζεται από κοινού με το πρόβλημα σύγκλισης των εισοδημάτων. Άρα πολιτικές που στόχο έχουν να μειώσουν το χάσμα Βορρά-Νότου ή Ανατολής-Δύσης στην ΕΕ στην πραγματικότητα διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για να αντιμετωπιστεί και η πληθυσμιακή μείωση. Θα χρειαστούν φυσικά και άλλες εξειδικευμένες πολιτικές, αλλά το τρίπτυχο ανάπτυξη-επενδύσεις-απασχόληση θα πρέπει να είναι η κυρίαρχη επιλογή.

1.5 Μια κοινωνία χωρίς νέους

α. Οι δύο δείκτες ηλικιακής εξάρτησης

Στα προηγούμενα είδαμε την ιστορική εξέλιξη της γονιμότητας στην Ελλάδα που εδώ και τέσσερις δεκαετίες βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από το κατώφλι αναπαραγωγής του πληθυσμού. Έτσι ο πληθυσμός διαχρονικά μειώνεται και σε απόλυτα μεγέθη αλλά και σε σύγκριση με άλλες χώρες που έχουν καλύτερη δυναμική. Για παράδειγμα, το 2000 η Ελλάδα είχε το 2,52% του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27, ενώ σήμερα έχει το 2,37%. Αν και η πτώση είναι μικρή, μπορεί να έχει συνέπειες σε αποφάσεις κατανομής με βάση τον πληθυσμό. Πρόσφατα η Ελλάδα έλαβε 32 δισεκ. Ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης. Όμως αν ίσχυε η αναλογία του 2000 θα μπορούσε να λάβει επιπλέον 2 δισεκ. Ευρώ, δηλαδή πάνω από 1% του ΑΕΠ.

Ακόμα δυσμενέστερη είναι η σύγκριση με κράτη που την απειλούν διαχρονικά, όπως φυσικά η Τουρκία. Την δεκαετία του 1960, οι γείτονες ήταν τρεισήμισι φορές περισσότεροι από μας ενώ σήμερα είναι οκταπλάσιοι και καθένας μπορεί να βγάλει μερικά συμπεράσματα για τις πιθανές επιπτώσεις σε περίπτωση σύρραξης.

Ο άνω και κάτω Δείκτης εξάρτησης στην Ελλάδα ως % του ενεργού πληθυσμού 15-64 ετών. Πηγή στοιχείων: Eurostat Ameco.

Η δημογραφική παρακμή προκαλεί όμως και εσωτερική ανασύνθεση του πληθυσμού εις βάρος των νεότερων ηλικιών που καλούνται να συνεισφέρουν με όλο και μεγαλύτερο κόστος προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις μεγαλύτερες ηλικίες. Τα φαινόμενα αυτά αποτυπώνονται με τους δύο δείκτες εξάρτησης: ο άνω δείκτης παριστάνει την αναλογία του πληθυσμού άνω των 65 ετών στο σύνολο του ενεργού πληθυσμού 15-64 ετών, ενώ ο κάτω δείκτης την αναλογία των ανηλίκων κάτω των 14 ετών στο ίδιο σύνολο. Οι πορείες του άνω και του κάτω δείκτη για την Ελλάδα τις τελευταίες έξι δεκαετίες παριστάνονται στο σχετικό διάγραμμα και αποκαλύπτουν μια σειρά από ζοφερά δημογραφικά χαρακτηριστικά.

Πρώτα από όλα, βλέπουμε ότι ενώ οι νεαρές ηλικίες ήταν το 40% του ενεργού πληθυσμού το 1960, σήμερα βρίσκονται στο 23% δηλαδή σχεδόν στο μισό. Αιτία είναι φυσικά η μείωση του αριθμού παιδιών που κάνει κάθε οικογένεια και η οποία δεν δείχνει καμμία τάση βελτίωσης. Για να δούμε τις συνέπειες που έχει αυτός ο δείκτης, ας αναλογιστούμε τι θα συμβεί μετά από μία γενεά όταν οι σημερινοί ενήλικες θα είναι στην σύνταξη και οι σημερινοί ανήλικες θα είναι στην ενεργό οικονομία (αν δεν έχουν φυσικά μεταναστεύσει στο εξωτερικό). Χωρίς να υπεισέλθουμε σε περίπλοκους υπολογισμούς, μπορεί κανείς εύκολα να δει πως οι αυριανοί εργαζόμενοι θα είναι ένα κλάσμα των αυριανών συνταξιούχων, ενώ θα έπρεπε να είναι σαφώς περισσότεροι.

β. Η επιβάρυνση του ασφαλιστικού συστήματος

Αν το ασφαλιστικό σύστημα παραμείνει κυρίως αναδιανεμητικό που είναι και το πιθανότερο, τότε η χρηματοδότηση των συντάξεων θα γίνεται κυρίως από τις εισφορές των νεότερων που θα καταλήξουν να είναι αβάστακτες για τους ίδιους. Άρα θα πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα σε δύο σκληρές επιλογές:

Ή να μειωθούν οι συντάξεις για να μπορούν να αντέξουν το βάρος τους οι αυριανοί λιγότεροι εργαζόμενοι, πράγμα που φυσικά θα προκαλέσει απανωτά κύματα ύφεσης και πτώσης του βιοτικού επιπέδου.

Ή να αυξηθούν αισθητά τα χρόνια εργασίας και έτσι να περιοριστεί η δεξαμενή των δικαιούχων και να πληθύνουν όσοι συνεισφέρουν. Με την πρόοδο στην μακροζωία, αυτό είναι και το πιθανότερο σενάριο γιατί ο βίος επιμηκύνεται και σταθεροποιείται η αναλογία απασχόλησης προς την διάρκεια ζωής. Και πάλι όμως το μέτρο θα προκαλέσει πολλές διαμαρτυρίες γιατί ανατρέπει τους σημερινούς σχεδιασμούς και ματαιώνει πολλές επιλογές που πιθανόν να είχαν δρομολογηθεί από τους ενδιαφερόμενους (όπως για παράδειγμα, ταξίδια, μετοικεσία κλπ).

Υπάρχει όμως και μια άλλη ανισορροπία στην σύνθεση του πληθυσμού που αφορά τον άνω δείκτη. Μετά το 1990 βλέπουμε μία διαρκή σταθερή άνοδο, η οποία οφείλεται στην όλο και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής που καταγράφεται στην χώρα μας ως αποτέλεσμα των καλύτερων υπηρεσιών υγείας που προσφέρονται.

Μετά το 2009 ο δείκτης εξάρτησης γίνεται ακόμα εντονότερος, αυτή την φορά όμως λόγω της φυγής των 400.000 που επιφέρει άμεση μείωση στον συνολικό ενεργό πληθυσμό της χώρας. Έτσι οι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών από το 20% του ενεργού πληθυσμού που ήταν την δεκαετία του 1980, είναι πλέον στο 35% δυσκολεύοντας το σημερινό ασφαλιστικό σύστημα. Τις συνέπειες αυτής της όξυνσης τις ζούμε ήδη: οι σημερινοί εργαζόμενοι υπόκεινται σε μεγάλη αφαίμαξη για να πληρώνουν τις συντάξεις των μεγαλύτερων. Δυστυχώς το ίδιο θα επαναληφθεί και με τις δικές τους συντάξεις, τροφοδοτώντας έτσι ένα διαρκή κύκλο φθοράς και αντιπαράθεσης μεταξύ γενεών.

γ. Η γήρανση της κοινωνίας Η συγκέντρωση όλο και μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού σε μεγαλύτερες ηλικίες θα έχει και άλλες συνέπειες που θα είναι δύσκολα διαχειρίσιμες, καθώς οι πιο ηλικιωμένοι είναι συνήθως και πιο διστακτικοί να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους ή να χρησιμοποιήσουν τις νέες δυνατότητες της τεχνολογίας. Οι εμπειρίες της πρόσφατης πανδημίας είναι ένα δραματικό παράδειγμα της καταπόνησης που μπορεί να επέλθει στο σύστημα υγείας της χώρας, αν ο εκτεταμένος πληθυσμός μεγάλης ηλικίας αρνείται να συμμορφωθεί με τις επιταγές της επιστήμης και τα υγειονομικά πρωτόκολλα.

Βεβαίως, η ελληνική κοινωνία πρέπει να είναι περήφανη που πέτυχε να διασφαλίσει μεγαλύτερο και καλύτερο βίο για την πλειοψηφία των απομάχων. Για να συνεχίσει όμως αυτή η διαδικασία βελτίωσης πρέπει η κοινωνία γρήγορα να γεμίσει νέους και παιδιά. Με λίγα λόγια, μόνο αν αυξηθεί ο κάτω δείκτης εξάρτησης θα εξασφαλιστεί ένα καλύτερο αύριο για τις μεγαλύτερες ηλικίες που συσσωρεύονται όλο και περισσότερο στον άνω δείκτη εξάρτησης.

Πες τη γνώμη σου

Για να δεις τα σχόλια και να έχεις πρόσβαση σε όλες τις δυνατότητες της πλατφόρμας μπορείς εύκολα να συνδεθείς εδώ

Μπορείς να συμμετέχεις!

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *