Feedback

Ηλεκτρονική Υπηρεσία Υποστήριξης μελών & φίλων

Μέσα από το κίνημα η φωνή σου ακούγεται.

1. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

1.1 Η δημοσιονομική πορεία μετά τα Μνημόνια

Στην αρχή των Μνημονίων, τόσο το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης όσο και το Ακαθάριστο Ισοζύγιο (δηλαδή μαζί με τους τόκους) βρισκόταν σε χαώδη αρνητικά επίπεδα ως ποσοστό του ΑΕΠ. Παρά την προσπάθεια εφαρμογής των προγραμμάτων δημοσιονομικής σταθεροποίησης, τα ελλείμματα εξακολουθούν να διογκώνονται έως το 2013 τόσο εξαιτίας της αποτυχίας να συλλεγούν επαρκή κρατικά έσοδα όσο και λόγω της μεγάλης πτώσης του ΑΕΠ που τα κάνει να φαίνονται ακόμα πιο έντονα όταν εκφράζονται ως ποσοστά του.

Ισοζύγιο Γεν. Κυβέρνησης ως % ΑΕΠ
Πηγή στοιχείων: Ameco, EurostatΓια 2022 & 2023, προβλέψεις.

Η κατάσταση αρχίζει να βελτιώνεται το 2014 έπειτα από ένα μεγάλο κύμα περικοπών στις δημόσιες δαπάνες και επιβολής νέων φορολογικών συντελεστών και επιβαρύνσεων. Το πρωτογενές ισοζύγιο της Γενικής κυβέρνησης φαίνεται μόλις να έχει ισορροπήσει, αλλά το 2015 γίνεται και πάλι ελλειμματικό εξαιτίας της γενικότερης αναστάτωσης που επικρατεί στην ελληνική οικονομία λόγω του κινδύνου Grexit, του παράνομου δημοψηφίσματος και των τραπεζικών ελέγχων που ακολούθησαν και υπονόμευσαν κάθε προσπάθεια επιστροφής στην κανονικότητα.

Όμως από το 2016 έως και το 2019 παρατηρείται μια συστηματική βελτίωση του πρωτογενούς πλεονάσματος που φτάνει στο 4.2% του ΑΕΠ εξαιτίας μιας πολύπλευρης και ιδιαίτερα επιβαρυντικής φορολογίας που επιβάλλεται στο πλαίσιο του Γ΄ Μνημονίου. Ακόμα και το ακαθάριστο ισοζύγιο γίνεται πλεονασματικό στο 1% του ΑΕΠ, στόχος που δεν είχε επιτευχθεί επί δεκαετίες. Η εικόνα αυτή ανατρέπεται εκ νέου το 2020, όταν χαλαρώνουν οι δημοσιονομικοί κανόνες σε όλη την ΕΕ προκειμένου οι κυβερνήσεις να χρηματοδοτήσουν τις απώλειες εισοδημάτων που έχουν εργαζόμενοι και επιχειρήσεις λόγω αναστολής δραστηριοτήτων τους εξαιτίας της πανδημίας.

Συνολικά την περίοδο 2020-2021 εκτιμάται ότι δόθηκαν περίπου 48 δισεκ. Ευρώ σε διάφορους φορείς της οικονομίας, ένα ποσόν το οποίο είναι το κατά κεφαλή μεγαλύτερο σε ολόκληρη την ΕΕ. Καθώς όμως δόθηκε χωρίς έλεγχο ουσιαστικών κριτηρίων, χωρίς δεσμεύσεις για βελτίωση των επιχειρήσεων και χωρίς εγγυήσεις σταδιακής επιστροφής, το μεγαλύτερο μέρος καταγράφεται πλέον στο δημόσιο χρέος και αναμένεται να επιβαρύνει την εξυπηρέτηση του.

Η μεγάλη ύφεση που σημειώθηκε έκανε το έλλειμμα να φαίνεται ακόμα μεγαλύτερο και να μοιάζει με τα επίπεδα της κρίσης χρέους. Σταδιακά όμως η οικονομία μπαίνει σε τροχιά ανάκαμψης από το 2022 και τα έσοδα αποκαθίστανται.

Στις αρχές όμως του 2022 εμφανίζονται τρία νέα δεδομένα που πιέζουν τις δημοσιονομικές προοπτικές της χώρας.

Πρώτον, η Ελλάδα προβαίνει σε εκτεταμένες προμήθειες αμυντικού υλικού για να αντιμετωπίσει την ραγδαία εκτράχυνση της τουρκικής επιθετικότητας.

Δεύτερον, έρχεται μια νέα διεθνής αναταραχή με εκρηκτική άνοδο στις τιμές ενεργειακών πρώτων υλών, λόγω της Ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Ο πληθωρισμός κάνει ξανά την εμφάνιση του σε διψήφια επίπεδα και το κράτος αναζητά ξανά έσοδα για να επιδοτήσει την μειωμένη αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Όμως οι διαθέσιμοι πόροι έχουν δραματικά συρρικνωθεί λόγω της απερίσκεπτης διανομής των γιγαντιαίων επιδοτήσεων της πανδημίας, αλλά και λόγω της ανόδου των επιτοκίων δανεισμού που πυροδοτεί ο ξαφνικός πληθωρισμός.

Τρίτον, η άνοδος επιτοκίων που θα εγκλωβίσει την αγορά των ελληνικών ομολόγων σε χαμηλή ρευστότητα τερματίζοντας την περίοδο τεχνητής ευφορίας που δημιουργούσε το πρόγραμμα χαλάρωσης της ΕΚΤ με τις χαμηλές αποδόσεις. Η μετάβαση στους νέους δημοσιονομικούς κανόνες και η ανάκληση των αποφάσεων της ΕΚΤ θα ασκήσει μεγάλη πίεση στα ελληνικά ομόλογα, ιδιαίτερα μάλιστα εάν στο μεταξύ δεν έχουν ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα.

Με την επενέργεια όλων αυτών των παραγόντων, η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε μία πολλαπλή δοκιμασία χρηματοδότησης των εξωτερικών και δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Όπως περιγράφεται στην επόμενη ενότητα, πρώτη μεγάλη συνέπεια είναι η διεύρυνση του εξωτερικού ελλείμματος, έπειτα από μία βραχεία περίοδο συγκράτησης.

1.2 Το επίμονο εξωτερικό έλλειμμα

Το εξωτερικό έλλειμμα άρχισε και πάλι να διευρύνεται, προκαλώντας συνειρμούς με την κρίση χρηματοδότησης της περιόδου 2009-2010. Εάν η άνοδος των επιτοκίων δανεισμού επιταχυνθεί λόγω του πληθωρισμού που πλήττει την παγκόσμια οικονομία, η χώρα κινδυνεύει να βρεθεί ξανά σε συνθήκες περιορισμένης διεθνούς ρευστότητας και να υποχρεωθεί σε δυσμενείς ρυθμίσεις για το διευρυνόμενο εξωτερικό έλλειμμα. Οι αιτίες, οι συνέπειες και τα απαραίτητα μέτρα περιγράφονται στην συνέχεια.

Είναι αποκαλυπτική η σύγκριση των Ισοζυγίων Πληρωμών Ελλάδας, Ισπανίας και Πορτογαλίας σε όλη την περίοδο από την έναρξη λειτουργίας της ΟΝΕ μέχρι σήμερα. Τα πρώτα χρόνια της κυκλοφορίας του Ευρώ, τα εξωτερικά ισοζύγια παραμένουν κατά μέσο όρο σε σταθερές αναλογίες προς το ΑΕΠ, μετά όμως το 2004 αρχίζει να εκδηλώνεται μία τάση χειροτέρευσης και των τριών, με πιο έντονες περιπτώσεις την Ισπανία και την Ελλάδα. Τα μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα που δημιουργούνται λίγο πριν την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 είναι οι κύριοι μηχανισμοί που προκαλούν ασφυξία ρευστότητας στις οικονομίες και επιταχύνουν τα προγράμματα δανειακής διάσωσης. (Στην Ελλάδα υπάρχει επιπλέον και το τεράστιο δημοσιονομικό έλλειμμα που επαυξάνει την πίεση ρευστότητας και οδηγεί στο μεγαλύτερο και πιο δραματικό πρόγραμμα από τις τρεις).

Και στις τρεις χώρες η εφαρμογή των προγραμμάτων περιελάμβανε αυστηρές πολιτικές λιτότητας, οι οποίες προκάλεσαν εκτεταμένη ύφεση και όπως είναι φυσικό συμπίεσαν δραστικά την ζήτηση εισαγωγών. Ταυτόχρονα η εφαρμογή πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης εις βάρος των μισθωτών μείωσε βάναυσα το εργατικό κόστος και μόνο έτσι κατάφερε κάπως να βελτιώσει τα περιθώρια ανταγωνιστικότητας για τις εξαγωγές. Συνολικά, τα εξωτερικά ισοζύγια βελτιώνονται αισθητά και για τις χώρες της Ιβηρικής γίνονται πλεονασματικά. Μετά την πανδημία σημειώνουν οριακές απώλειες χωρίς όμως τάσεις επιστροφής στα μεγάλα ελλείμματα του παρελθόντος.

Ισοζύγιο Πληρωμών ως % ΑΕΠ
Πηγή στοιχείων: Ameco, Eurostat. Για 2022 & 2023, προβλέψεις

Αντιθέτως για την Ελλάδα, η βελτίωση είναι μεν αισθητή σε σύγκριση με την καταστροφική πορεία 2006-2009 αλλά το ισοζύγιο δεν καταφέρνει να γίνει ποτέ πλεονασματικό τόσο ως αποτέλεσμα της παρατεταμένης αδυναμίας των εξαγωγών να σημειώσουν ένα διατηρήσιμο άλμα όσο και της εκτίναξης των εισαγωγών σε κάθε επανεμφάνιση της ζήτησης. Το 2020, το ισοζύγιο γίνεται έντονα ελλειμματικό λόγω της μεγάλης πτώσης της τουριστικής κίνησης, της αδυναμίας των ελληνικών εξαγωγών να αντιμετωπίσουν το μποτιλιάρισμα στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες, αλλά επίσης και της έξαρσης αγορών σε είδη πολυτελείας που χρηματοδοτήθηκαν από τις ανεξέλεγκτες ενισχύσεις των επιχειρήσεων που βρέθηκαν σε αναστολή.

Παρόμοια ελλειμματικότητα εμφανίζεται και τα επόμενα χρόνια (με μικρή προσδοκώμενη διόρθωση το 2023) πράγμα που επαναφέρει στο ακέραιο την ανάγκη χάραξης μιας πολιτικής ισχυροποίησης των εξαγωγών και υποκατάστασης των εισαγωγών όσο είναι δυνατόν. Αυτή είναι η πολιτική μας για την επίτευξη υψηλών ρυθμών Εθνικής Προστιθέμενης Αξίας, μαζί με την ενίσχυση των εξωστρεφών τομέων της ελληνικής οικονομίας, και αποτελεί τον βασικό στόχο και επιδίωξη του παρόντος Προγράμματος.

1.3 Ο περιορισμός του δημοσιονομικού χώρου

α. Τα κρίσιμα μέτωπα χρηματοδότησης

Σήμερα – περισσότερο από ποτέ άλλοτε τις τελευταίες δεκαετίες - το κεντρικό ζήτημα για τους πολίτες, και όχι μόνο τους αδύναμους, είναι το ζήτημα της «κοινωνικο-οικονομικής ασφάλειας». Σε οικονομικό επίπεδο, επειδή τα σύννεφα πυκνώνουν επικίνδυνα και η πιθανότητα μακράς ύφεσης είναι πλέον ορατή, τα επόμενα χρόνια η χώρα μας απαιτείται να διαθέσει ακόμη περισσότερους δημόσιους πόρους για την αντιμετώπιση μιας πληθώρας παλιότερων και νεότερων απειλών: την ενίσχυση της ανθεκτικότητας έναντι των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, τον ενεργειακό μετασχηματισμό της, την διαρκή ενίσχυση της εθνικής της άμυνας, την αναστήλωση των δημοσίων συστημάτων υγείας και παιδείας, την μεταστροφή του παραγωγικού της μοντέλου, την αντιμετώπιση της δημογραφικής γήρανσης με την ουσιαστική στήριξη της νέας γενιάς καθώς και την ενίσχυση των κοινωνικών δαπανών και υπηρεσιών με κύριο στόχο τη μείωση των ανισοτήτων.

Όμως στην χώρα μας ο δημοσιονομικός χώρος είναι δραματικά περιορισμένος και μάλιστα την στιγμή που μεγαλώνει η ανάγκη αύξησης δημοσίων δαπανών.

Δύο είναι τα πιο κρίσιμα μέτωπα της δημοσιονομικής στενότητας:

1. Αδυναμία εγχώριας χρηματοδότησης δημοσίων επενδύσεων: Έλλειψη επαρκών εθνικών πόρων για την χρηματοδότηση δημοσίων αγαθών, δημοσίων υποδομών και μεγάλων παραγωγικών επενδύσεων, ώστε να αναπληρωθεί η μαζική από-επένδυση που έγινε την περίοδο των Μνημονίων.

2. Αδυναμία άντλησης νέων εσόδων: Τα συλλεγόμενα κρατικά έσοδα δεν επαρκούν για να χρηματοδοτήσουν τις αυξανόμενες ανάγκες τόσο λόγω της χρόνιας αναποτελεσματικότητας του φορολογικού συστήματος και της μακράς κόπωσης των πραγματικά φορολογούμενων.

Για να αντιμετωπιστούν τα παραπάνω ζητήματα και να διασφαλιστεί μια δημοσιονομική σταθερότητα τα επόμενα χρόνια έχουμε επεξεργαστεί ένα πλαίσιο παρεμβάσεων και στόχων, το οποίο περιγράφεται στην συνέχεια τόσο σε εθνικό όσο και σε επίπεδο αναγκαίων συμμαχιών στην ΕΕ.

β. Η ανάγκη αλλαγής του δημοσιονομικού παραδείγματος

Κατά συνέπεια, προβάλλει αδήριτη και επιτακτική η αναγκαιότητα για διευρυμένα δημόσια έσοδα και η συγκράτηση της αύξησης των δαπανών, τόσο για την επίτευξη του αναγκαίου πρωτογενούς πλεονάσματος για την μεσοχρόνια σταθεροποίηση του δημόσιου χρέους όσο και για την ανασύσταση του κοινωνικού κράτους και την εύρωστη λειτουργία της πολιτείας.

Τα ζητήματα της φοροδιαφυγής/αποφυγής βρίσκονται, επί της ουσίας, εκτός της ατζέντας των κομμάτων της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ. Από την πλευρά του ο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ υποστηρίζει πρόσφατα την μείωση της έμμεσης φορολογίας, δεν αναφέρεται όμως καθόλου στα θέματα της άμεσης φορολογίας στα οποία κατά την περίοδο 2015-2019 είτε είχε αυξήσει κατακόρυφα τους συντελεστές είτε είχε επιβάλει νέους φόρους, διαμορφώνοντας μια αβίωτη κατάσταση κυρίως στα μικρομεσαία εισοδήματα.

Στα ζητήματα της φορολογίας, η ΝΔ είναι υπέρ της μείωσης στην άμεση φορολογία, ιδιαίτερα των κερδών, μερισμάτων, εργοδοτικών εισφορών, κλπ. Η γνωστή – αλλά δύσκολα επιβεβαιούμενη - θέση είναι ότι η μείωση της φορολογίας των κερδών οδηγεί πρώτα σε επενδύσεις και αμέσως μετά σε ανάπτυξη μέσω ενός αυτόματου μηχανισμού διασποράς του οφέλους (trickle-down effects). Καμία ανάλογη σπουδή δεν επιδεικνύει πάντως για την μείωση της έμμεσης φορολογίας, που αποτελεί σήμερα την σημαντικότερη πηγή δημοσίων εσόδων αλλά είναι "απρόσωπη" και στην ουσία επιβαρύνει αναλογικά τους πλέον αδύναμους και τα μικρο-μεσαία στρώματα. Η ασύμμετρη επιβάρυνση των φτωχότερων έγινε ακόμα πιο επώδυνη με την πρόσφατη εκτόξευση των τιμών ενέργειας που πολλαπλασιάζονται από υψηλούς συντελεστές έμμεσης φορολογίας.

Με την ίδια ασάφεια θεωρείται ότι η μείωση του μη-μισθολογικού κόστους αυξάνει αυτομάτως την απασχόληση χωρίς να υπάρχει ανάγκη για ενεργές πολιτικές απασχόλησης. Μια ματιά μόνο στο μη-μισθολογικό κόστος στις χώρες του ΟΟΣΑ, δείχνει ότι τα υψηλότερα επίπεδα χαρακτηρίζουν χώρες όπως το Βέλγιο, η Γερμανία, η Αυστρία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Πορτογαλία και οι Σκανδιναβικές. Δηλαδή, οι χώρες που έχουν ισχυρότερες οικονομίες και αγορές εργασίας, υψηλότερα επίπεδα απασχόλησης και κατά τεκμήριο, έχουν απορροφήσει τους εκατοντάδες χιλιάδες νέους του brain-drain. Αντίστοιχη είναι περίπου η εικόνα και στο ζήτημα της φορολογίας των μερισμάτων, κερδών κλπ.

Το βασικότερο, χαρακτηριστικό, ωστόσο, των χωρών αυτών είναι ότι διακρίνονται από πολύ υψηλότερα επίπεδα "θεσμικής ποιότητας", δηλαδή αποτελεσματικής διακυβέρνησης, διαφανούς λειτουργίας των θεσμών, της δικαιοσύνης, εμπιστοσύνης στο κράτος και την δημόσια διοίκηση, χαμηλότερα επίπεδα διαφθοράς, κλπ. Για αυτό και έχουν πολύ χαμηλότερα επίπεδα παραοικονομίας, φοροδιαφυγής και "μαύρης" εργασίας. Η έννοια της "θεσμικής ποιότητας" και της "εμπιστοσύνης" αντανακλάται και σε υψηλότερα επίπεδα "φορολογικής ηθικής" που διακρίνει τις κοινωνίες αυτές. Για τον λόγο αυτό μπορούν να υποστηρίζουν πολύ δυναμικότερες οικονομίες με υψηλότερους συντελεστές άμεσης φορολογίας και μη-μισθολογικού κόστους. Οι επιβαρύνσεις του τελευταίου δεν εμποδίζουν την εξάπλωση της ζήτησης νέων θέσεων απασχόλησης γιατί συνοδεύονται από ενεργητικές πολιτικές σύνδεσης με την αγορά εργασίας, οι οποίες με την σειρά τους έχουν επαρκή χρηματοδότηση από τα κρατικά έσοδα.

Στην περίπτωση της χώρας μας, φαίνεται ότι "ανταλλάσσουμε" την υστέρησή μας στα ζητήματα ποιότητας των θεσμών και της διακυβέρνησης με την μείωση των φορολογικών συντελεστών επί των κερδών, των μερισμάτων, αλλά επίσης και μια ντεφάκτο μείωση των εργοδοτικών εισφορών μέσω της συχνής αδιαφορίας για την είσπραξη τους.

Το μήνυμα που δίνεται είναι ότι έχουμε στην ουσία "παραιτηθεί" από την προσπάθεια να αυξηθούν οι μισθοί και το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων μέσω της αναβάθμισης της παραγωγής και της παραγωγικότητας, την αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας και την σταδιακή δημιουργία καλύτερων θέσεων εργασίας. Η σημερινή εικόνα της αγοράς εργασίας αποκαλύπτει ότι το 1/3 των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, σχεδόν 800.000 εργαζόμενοι, απασχολούνται με μερική απασχόληση και μέσους μηνιαίους μισθούς γύρω στα 400€ (μεικτά). Το δίλημμα για πολλούς είναι ανεργία, παραοικονομία ή υποαπασχόληση με συνθήκες εργασίας.

Ταυτόχρονα, τα φορολογικά "παραθυράκια" επιτρέπουν ώστε ο τεκμαρτός (effective) φορολογικός συντελεστής επί των κερδών να είναι ακόμη χαμηλότερος από τον ονομαστικό, με την συνδρομή των μεγάλων λογιστικών εταιρειών.

Η κατάσταση αυτή ευνοεί κατά κύριο λόγο τις δυνάμεις που κλείνουν το μάτι σε αυτούς που κερδίζουν από την "ρηχή" οικονομία της χώρας μας. Όσο το 90% του ΑΕΠ είναι κατανάλωση, οι έμμεσοι φόροι θα χρηματοδοτούν κατά κύριο λόγο τις δημόσιες δαπάνες, η υποβάθμιση των θεσμών και της εμπιστοσύνης θα αντισταθμίζεται από την μείωση (ή την παράκαμψη) της άμεσης φορολογίας, χωρίς να επιτυγχάνεται μία εύρωστη και βιώσιμη σχέση εσόδων και δημοσίων δαπανών. Έτσι όμως ο κίνδυνος δημοσιονομικού εκτροχιασμού θα παραμονεύει σε κάθε εσωτερική δοκιμασία και διεθνή διαταραχή.

γ. Εύρωστη ανάπτυξη, όχι βραχυχρόνια κερδοσκοπία

Ο δρόμος αυτός, ωστόσο, είναι αδιέξοδος. Ευνοεί μόνο την επιχειρηματικότητα με σημαία ευκαιρίας, καθώς και τα συνήθως βραχυχρόνια κερδοσκοπικά κεφάλαια - σε τομείς είτε χαμηλής στρατηγικής σημασίας για τη χώρα, είτε "υπεραπόδοσης" όπως οι εξαγορές ακινήτων και ξενοδοχείων, είτε εξαγορές μεριδίων επιχειρήσεων με προοπτικές υψηλής κερδοφορίας σε σύντομο χρονικό διάστημα. Καμία από αυτά τα είδη ευκαιριακών επενδύσεων δεν προσφέρει κάτι ουσιαστικό και μόνιμο στην παραγωγική αναβάθμιση της χώρας. Τα μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια σε παραγωγικούς τομείς, σπανίως κατευθύνονται σε χώρες χαμηλής θεσμικής ποιότητας, ανεξάρτητα από την φορολογία, ακόμα και αν επιχορηγηθούν από το κράτος με πολύ γενναίους όρους, εκτός αν αυτές έχουν αυταρχικά καθεστώτα που εγγυώνται την επενδυτική "ασφάλεια".

Είναι, αντίθετα, ένα καθοδικό σπιράλ, όπου η υποβάθμιση της θεσμικής ποιότητας θα απαιτεί ολοένα και μικρότερη φορολογία, διεύρυνση της παραοικονομίας και της διαφθοράς. Ευνοεί, επίσης, την αέναη συνέχιση της κομματικοποίησης και της δυσλειτουργίας της δημόσιας διοίκησης και την εξάρτησή της από την πολιτική βούληση του κόμματος που, κερδίζοντας τις εκλογές, παίρνει το κράτος ως λάφυρο και στη συνέχεια επικαλείται την αδυναμία του κρατικού μηχανισμού ως άλλοθι για τις δικές του πολιτικές αδυναμίες.

Ο μοναδικός τρόπος για να μπορεί η χώρα να ανταπεξέλθει στις μεγάλες προκλήσεις, είναι να αποκτήσει στιβαρή δημοσιονομική λειτουργία, να επιδοθεί σε διαρκή αγώνα κατά της φοροδιαφυγής/αποφυγής και να εδραιώσει τη φορολογική ηθική στην κοινωνία και τους πολίτες. Αυτή είναι και η απαραίτητη προϋπόθεση για την δίκαιη κατανομή των βαρών και την καταπολέμηση των ανισοτήτων.

Συνοψίζοντας, η ισχυρή οικονομία προϋποθέτει ποιότητα των θεσμών και της διακυβέρνησης και εμπιστοσύνη στον κρατικό μηχανισμό. Μόνο με την καταπολέμηση της παραοικονομίας και της μαύρης εργασίας, της αναβάθμισης των μισθών και των συνθηκών εργασίας, της δίκαιης κατανομής των βαρών και της ουσιαστικής καταπολέμησης των ανισοτήτων μπορεί να χρηματοδοτηθεί ένα βιώσιμο κοινωνικό κράτος, να γίνουν σύγχρονες υποδομές για τα δημόσια αγαθά και να θεμελιωθεί ένα παραγωγικό πλαίσιο για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και της απασχόλησης.

1.4 Ένα εφικτό δημοσιονομικό και αναπτυξιακό μείγμα

α. Στόχοι

Με βάση αφενός τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας για διαρκή αναβάθμιση των επενδύσεων και ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, καθώς και την ανάγκη για την εμπέδωση της αξιοπιστίας στην εξυπηρέτηση του υψηλού δημόσιου χρέους, πιστεύουμε ότι πρέπει να συμφωνηθεί με την ΕΕ ένας ετήσιος δημοσιονομικός στόχος με πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του +1% του ΑΕΠ έως το 2030.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο συστηματικής (και όχι σπασμωδικής όπως συνέβαινε μέχρι τώρα) δημοσιονομικής πολιτικής, θα υλοποιούνται πολιτικές για την συγκράτηση των καταναλωτικών δαπανών του δημοσίου, την αναδιάρθρωση της χρηματοδότησης των ΟΤΑ και την απρόσκοπτη υλοποίηση των επενδύσεων μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων και εθνικής συμμετοχής, όπως συνοπτικά αναφέρεται παρακάτω:

Όμως μακράν οι κυριότερες νέες πηγές χρηματοδότησης θα προέλθουν από νέα έσοδα, δηλαδή από την αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος, το οποίο ακόμη και σήμερα παρά τις σοβαρές επιβαρύνσεις που επιβλήθηκαν κατά την διάρκεια των Μνημονίων εξακολουθεί να είναι πολύπλοκο, αναποτελεσματικό και τελικά άδικο για τους ειλικρινείς φορολογούμενους. Σε αυτό τον τομέα, εστιάζονται οι κύριες δημοσιονομικές παρεμβάσεις μας και περιγράφονται ως εξής:

β. Δημόσιες Δαπάνες

Αξιολόγηση δημοσίων δαπανών ανά συγκεντρωτική κατηγορία και φορέα από ανεξάρτητη Επιτροπή εμπειρογνωμόνων με την συμμετοχή ελεγκτικών εταιρειών διεθνούς κύρους. Η αξιολόγηση περιλαμβάνει την περιγραφή βέλτιστων πρακτικών στην ΕΕ και σύγκριση των ελληνικών με αντίστοιχες ευρωπαϊκές επιδόσεις. Η Επιτροπή λειτουργεί υπό την εποπτεία του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής και δημοσιοποιεί τα πορίσματα πριν την ψήφιση του επόμενου προϋπολογισμού.

γ. Χρηματοδότηση Αυτοδιοίκησης

Πρόβλεψη ιδίων πόρων για τις Περιφέρειες και τους Δήμους, συνιστάμενους σε ανταποδοτικά τέλη για τις προσφερόμενες από αυτούς υπηρεσίες και ίδιους φόρους, εντός των ορίων του νόμου (όπως, εκτός από τα τέλη καθαριότητας και φωτισμού, το τέλος επιτηδεύματος, το τέλος κυκλοφορίας οχημάτων και ο φόρος ακίνητης περιουσίας).

Για να γίνει αποτελεσματικά και βιώσιμα, απαιτείται νέα οριοθέτηση αρμοδιοτήτων, μεταξύ κεντρικής διοίκησης και τοπικής αυτοδιοίκησης, στο πλαίσιο μιας διοικητικής μεταρρύθμισης που θα εκκινεί αυτήν τη φορά από την καθιέρωση επιτελικής διοίκησης, με ταυτόχρονη αποκέντρωση, καθ’ ύλην ή κατά τόπο, των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων του κεντρικού κράτους. Η μεταρρυθμιστική τομή στο διοικητικό μας σύστημα αποτελεί όρο όχι μόνο για την ανάκτηση της πολιτικής αυτονομίας και της θεσμικής αξιοπιστίας του, αλλά και για την αποτελεσματική διεκπεραίωση μιας κατά το δυνατόν εναλλακτικής πολιτικής ως προς την αντιμετώπιση των κρίσεων και των συσσωρευμένων προβλημάτων.

δ. Αξιοποίηση ΕΣΠΑ και Ταμείου Ανάκαμψης για επενδύσεις

Για να αντιμετωπιστεί η έλλειψη εθνικών πόρων, πρέπει να στραφούμε συστηματικά και αποτελεσματικά στην έγκαιρη αξιοποίηση και εκταμίευση των πόρων των δύο αυτών ευρωπαϊκών ταμείων. Αυτό απαιτεί ένα σημαντικό ανασχεδιασμό δράσεων και διαδικασιών χρηματοδότησης και αξιολόγησης των επενδύσεων.

Η έγκριση των Ταμείων Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Ιούλιο 2020, αποτέλεσε μια μεγάλη στιγμή τόσο για την πορεία της Ένωσης συνολικά όσο και για τις προοπτικές που άνοιγε σε κάθε χώρα για να μετασχηματιστεί τεχνολογικά με την ψηφιοποίηση και περιβαλλοντικά με την απανθρακοποίηση.

Για την Ελλάδα, τα προβλεπόμενα κεφάλαια προβλέπονται της τάξεως των 32 δισεκ. Ευρώ, δηλαδή περίπου το 20% του ΑΕΠ εκείνης της χρονιάς (που το 2020 ήταν 165 δισεκ. Ευρώ με την ύφεση της πανδημίας)! Μεγάλο ποσό, το οποίο θα μπορούσε να αντισταθμίσει ένα σημαντικό μέρος της από-επένδυσης που είχε γίνει στα χρόνια των Μνημονίων και μοιραία είχε οδηγήσει την ελληνική οικονομία να απωλέσει περίπου το 25% του ΑΕΠ.

Πλην όμως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν σύμφωνα με τις προσδοκίες. Η Ελλάδα – αλλά και κάμποσες άλλες χώρες της ΕΕ όπως η Πολωνία – βρέθηκαν προγραμματικά ανέτοιμες για να υποδεχθούν και να διοχετεύσουν τόσο σημαντικούς πόρους σε μεγάλα αναπτυξιακά έργα ή έστω σε δέσμες από μικρότερα έργα που θα είχαν κεντρικό συντονισμό και στόχευση συμβατή με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Οι μεν ιδιωτικές επιχειρήσεις με την αρνητική εμπειρία που είχαν από την έλλειψη ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος είχαν ξεμάθει τον μακροχρόνιο αναπτυξιακό σχεδιασμό και δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις νέες απαιτητικές συνθήκες σε ελάχιστο χρόνο.

Ενώ ο δημόσιος τομέας, αποδεκατισμένος και αυτός από στελέχη και προγραμματικές υπηρεσίες, δεν μπορούσε να εφεύρει ένα μεγάλο στοκ αναπτυξιακών πρωτοβουλιών όσο φιλότιμα και αν προσπαθεί η νέο-ιδρυθείσα γραμματεία ΣΔΙΤ και ιδιωτικών επενδύσεων.

Για να αντιμετωπιστεί αυτή η βραδύτητα στην προετοιμασία νέων σοβαρών επενδύσεων που θα άλλαζαν την πορεία της οικονομίας επιστρατεύτηκε η παραδοσιακή συνταγή να παραγεμίζεις ένα πρόγραμμα με ότι βρεις μπροστά σου μήπως και καταφέρεις και αποφύγεις την απώλεια κοινοτικών πόρων. Έτσι στην πρόσφατη δέσμη έργων που εξαγγέλθηκε τον Μάιο 2022, βλέπουμε πολλά μικρο-έργα τα οποία καμμία σχέση δεν έχουν με τον φιλόδοξο μετασχηματισμό της οικονομίας. Εξαιρέσεις με σωστό προσανατολισμό υπήρξαν αρκετές, απλώς δεν είναι επαρκείς για να προσδώσουν στο Ταμείο Ανάκαμψης την δυναμική που έπρεπε να έχει.

Η δεύτερη προσέγγιση είναι να χαλαρώσουν τα κριτήρια ένταξης των έργων και να πρυτανεύσει μία γαλαντόμος εμπιστοσύνη προς τις επιχειρήσεις που θα σπεύσουν να αναζητήσουν το χρήμα χωρίς πολύ κόπο. Αν μία επιχείρηση αναλαμβάνει να χρηματοδοτήσει ένα επενδυτικό πρόγραμμα κατά 20%, μπορεί να το υποβάλλει προς αξιολόγηση σε μία τράπεζα για να λάβει το επόμενο 30% και μετά θα έρθει το Ταμείο Ανάκαμψης να καταβάλει το υπόλοιπο 50% χωρίς καμία περαιτέρω αξιολόγηση της επένδυσης! Είναι πανεύκολο να υποθέσει κανείς πώς μία επιχείρηση μπορεί να κατεβάσει την πραγματική ιδία συμμετοχή της σε ελάχιστα επίπεδα.

Αλλά δεν είναι καν αυτός ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Το μέγα ηθικό και οικονομικό ζήτημα είναι αν οι αξιολογήσεις λάβουν ή όχι υπόψη τους την συμπεριφορά των επιχειρήσεων που θα κάνουν τις αιτήσεις – και ιδίως των επιχειρηματιών – στην προγενέστερη φάση των Μη-Εξυπηρετούμενων-Δανείων (ΜΕΔ). Για αυτό το Ταμείο Ανάκαμψης πρέπει επειγόντως να αλλάξει κριτήρια αξιολόγησης για τα επενδυτικά προγράμματα και τους επιχειρηματίες που τα διεκδικούν. Διαφορετικά, αν κυριαρχήσουν οι αεριτζήδες θα στιγματίσουν μια από τις πιο φιλόδοξες αναπτυξιακές προσπάθειες ως άλλη μία βουτιά στα κρατικά ταμεία. Με τα γνωστά αποτελέσματα άλλων – όχι και τόσο πετυχημένων – περιόδων.

1.5 Μια συμμαχία του Νότου για το δημόσιο χρέος

Παράλληλα με την εθνική δημοσιονομική πολιτική, θεωρούμε ότι χρειάζεται και μια ευρύτερη συνεννόηση στο πλαίσιο της Ευρωζώνης για το ζήτημα του δημόσιου χρέους ώστε να μην υπάρξουν πάλι προβλήματα χρηματοδότησης του τα οποία δίνουν αφορμή για να οργανωθούν κερδοσκοπικές επιθέσεις, όπως έγινε με την κρίση χρέους. Στην προσπάθεια αυτή πρέπει η χώρα μας να συντονιστεί και με τις άλλες χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, οι οποίες αντιμετωπίζουν παρεμφερή προβλήματα χρηματοδότησης χρέους και μάλιστα οξυμένα εξαιτίας της προβλεπόμενης ανόδου των επιτοκίων δανεισμού στις διεθνείς αγορές.

Έτσι σήμερα, εκτός από το πρόσφατο κύμα ακρίβειας, οι τέσσερις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου μοιράζονται και μια άλλη αγωνία, πολύ πιο δυσάρεστη και μακροχρόνια. Τα τελευταία χρόνια, οι χώρες της Ελλάδας, Ιταλίας, Ισπανίας και Πορτογαλίας τυχαίνει να έχουν και το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην ευρωζώνη ως ποσοστό του ΑΕΠ, όπως εύγλωττα δείχνει το σχετικό διάγραμμα.

Δημόσιο χρέος το 2021 στις χώρες της Ευρωζώνης ως % ΑΕΠ
Πηγή στοιχείων: Ameco, Eurostat

Μακράν πιο βεβαρημένη περίπτωση βρίσκεται να είναι η Ελλάδα με δημόσιο χρέος που το 2021 άγγιξε το 203% του ΑΕΠ και είναι πλέον το υψηλότερο παγκοσμίως. Έχει όμως ένα πλεονέκτημα γιατί στο μεγαλύτερο μέρος του είναι οφειλές προς κράτη και ευρωπαϊκούς οργανισμούς, άρα δεν κινδυνεύει να γίνει απαιτητό «εδώ και τώρα» με μαζικές ρευστοποιήσεις από τις ανυπόμονες αγορές όπως έγινε με την κρίση του 2010. Επιπλέον οι δόσεις αποπληρωμής είναι σταθεροποιημένες σε βάθος χρόνου και προς το παρόν τουλάχιστον δεν εγείρουν αξεπέραστα προβλήματα διαχείρισης.

Δύο άλλες χώρες της τετράδας έχουν χρέος 128% του ΑΕΠ η Πορτογαλία και 121% του ΑΕΠ η Ισπανία. Αν και τα επίπεδα αυτά είναι κοντά στο 127% που είχε προκαλέσει την ελληνική κρίση χρέους το 2010 και οδήγησε στα Μνημόνια, κανείς άμεσος κίνδυνος δεν φαίνεται να υφίσταται σήμερα για τις δύο Ιβηρικές χώρες, αν και κάποτε πρέπει να ξεκινήσει κάποια αποκλιμάκωση με τις κατάλληλες δημοσιονομικές διορθώσεις. Το μεγάλο πρόβλημα προκύπτει όμως για το χρέος της Ιταλίας. Στο 154% του ΑΕΠ το χρέος αντιπροσωπεύει 2,7 τρισεκ. Ευρώ και συνιστά κίνδυνο πρώτου μεγέθους όχι μόνο για την συγκεκριμένη χώρα αλλά και για την Ευρωζώνη, αφού αποτελεί σχεδόν το ¼ του συνολικού της χρέους.

Πάντως σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό και οι τέσσερις χώρες του Νότου θα πρέπει στο προσεχές μέλλον να εφαρμόσουν περιοριστικές πολιτικές για να αναχαιτίσουν την περαιτέρω άνοδο του χρέους τους. Διαφορετικά θα υποχρεωθούν να δανείζονται με υψηλότερα επιτόκια, ιδιαίτερα τώρα που η Κεντρική Τράπεζα εγκαταλείπει την χαλαρή στάση που είχε μέχρι πρόσφατα υιοθετήσει με το πρόγραμμα εξαγοράς ομολόγων. Τα υψηλότερα επιτόκια με την σειρά τους θα επηρρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη και έτσι χωρίς σημαντική άνοδο του ΑΕΠ το ποσοστό του χρέους θα ανεβαίνει ακόμα περισσότερο.

Οι προειδοποιήσεις αυτές υπήρχαν ήδη από την εποχή της πανδημίας, πλην όμως όλοι περίμεναν ότι η «εκτόνωση ευφορίας» που θα ξεσπούσε με την λήξη της καραντίνας θα προκαλούσε μια σημαντική άνωση της ανάπτυξης και θα ελάφρυνε αισθητά την επιβάρυνση του χρέους. Παράλληλα, η διάθεση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας θα επαρκούσε τόσο για να προσδώσει ρευστότητα στην στριμωγμένη οικονομική δραστηριότητα όπως και για να χρηματοδοτήσει νέες και σύγχρονες υποδομές για τον μετασχηματισμό της σε πιο πράσινη, πιο ψηφιακή και πιο αυτόνομη κατεύθυνση.

Πριν όμως από την ουσιαστική αποκλιμάκωση της πανδημίας, ήλθε μια άλλη εξαιρετικά βίαιη κλιμάκωση της αβεβαιότητας με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Όπως συνέβη και στην Ελλάδα, παρατηρούνται σε όλες τις χώρες επιπτώσεις στον πληθωρισμό λόγω της αύξησης των τιμών ενέργειας. Ταυτόχρονα όμως οι συνέπειες του πολέμου θα αφήσουν ένα μεγάλο αποτύπωμα και στο δημόσιο χρέος εξαιτίας μιας νέας κούρσας εξοπλισμών που διαφαίνεται στον ορίζοντα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πέραν από τις μονομερείς απειλές που αντιμετωπίζει η χώρα μας λόγω Τουρκίας. Η πρόσθετη επιβάρυνση του δημοσίου χρέους κάθε χώρας θα οφείλεται τώρα στην αύξηση των στρατιωτικών δαπανών είτε στο πλαίσιο αναβάθμισης του ΝΑΤΟ όπου ανήκουν και οι τέσσερις χώρες είτε στο νέο σχήμα της Στρατηγικής Πυξίδας που σχεδιάζει η ΕΕ και αναμένεται να επιταχυνθεί με την συγκυρία του πολέμου.

Κατά συνέπεια, οι τέσσερις υπερχρεωμένες χώρες της Ευρωζώνης δεν πρέπει μόνο να ασχοληθούν με τις πολιτικές απομείωσης του ήδη συσσωρευμένου χρέους αλλά και αυτού που πρόκειται να σηκώσουν προσεχώς. Είναι προφανές ότι και οι τέσσερις έχουν κοινό συμφέρον να επιδιώξουν μια κοινή ρεαλιστική μεταχείριση στην Ευρωζώνη, πέραν από συγκυριακές διευκολύνσεις. Αυτό το οποίο ζητούν μερικοί απλώς να μην εγγράφονται οι αμυντικές δαπάνες στο δημοσιονομικό έλλειμμα είναι μεν χρήσιμο, αλλά έχει μόνο μια πρόσκαιρη λογιστική αξία για να αποφύγει μία χώρα τυχόν κυρώσεις από το Σύμφωνο Σταθερότητας. Μακροπρόθεσμα όμως καμία ελάφρυνση δεν προκαλεί γιατί κάποτε η χώρα θα κληθεί να αποπληρώσει το χρέος που δημιουργήθηκε από δικό της δανεισμό.

Χρειάζεται μια πολύ πιο ουσιαστική ανακούφιση των υπερχρεωμένων χωρών από τις επικείμενες αμυντικές δαπάνες και ταυτόχρονα μία συντονισμένη προσπάθεια για την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης.

Δύο συγκεκριμένες προτάσεις προς την κατεύθυνση αυτή είναι οι ακόλουθες:

1. Η στρατιωτική συνεισφορά κάθε χώρας στο ΝΑΤΟ ή την Πυξίδα να χρηματοδοτείται από αμιγώς κοινοτικούς πόρους αφού την κοινοτική άμυνα και ασφάλεια θα υπερασπίζεται. Αυτό θα αφαιρούσε αυτομάτως σημαντικές δαπάνες εξοπλισμών και επιμελητείας, ιδιαίτερα από χώρες - όπως η Ιταλία και η Ελλάδα - που διατηρούν μεγάλο στρατό. Οι δαπάνες θα πήγαιναν σε ένα κοινοτικό χρέος που θα ξεπληρωνόταν σταδιακά με κοινοτικούς φόρους (όπως ο φόρος άνθρακα) ή περιουσιακά στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας.

2. Ταυτόχρονα με τη δημοσιονομική αυτοσυγκράτηση, οι χώρες του Νότου πρέπει να σχεδιάσουν κοινές παρεμβάσεις για την ενίσχυση των οικονομιών τους, ώστε να μειώσουν την επιβάρυνση του χρέους προς το ΑΕΠ. Μια προφανής επιλογή είναι να αξιοποιήσουν ένα μέρος από τα αμιγώς ευρωπαϊκά κονδύλια από κοινού με σχεδιασμό και πρωτοβουλίες για την διασύνδεση των υποδομών στις τέσσερις οικονομίες. Ενεργειακή αποθήκευση, γραμμές μεταφοράς ηλεκτρισμού, κοινή διαπραγμάτευση καυσίμων και από κοινού ενεργειακά συμβόλαια με τρίτες χώρες είναι μερικά ενδεικτικά πεδία που μπορούν να υλοποιηθούν από τους τέσσερις και να χρηματοδοτηθούν από τα αντίστοιχα Ταμεία Ανάκαμψης. Η υιοθέτηση παρόμοιων πολιτικών και η συνεργασία τους για να τα πραγματοποιήσουν θα σχηματίσει ένα πολύ ενδιαφέρον πολιτικό κεφάλαιο εντός της Ευρωζώνης, στο οποίο η Ελλάδα πρέπει να πρωτοστατήσει.

Πες τη γνώμη σου

Για να δεις τα σχόλια και να έχεις πρόσβαση σε όλες τις δυνατότητες της πλατφόρμας μπορείς εύκολα να συνδεθείς εδώ

Μπορείς να συμμετέχεις!

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *